Ο Θεμιστοκλής Παπαμάλης, το προσωνύμιο «Βόσνιος» και οι υποθέσεις με τα εκρηκτικά που τον έβαλαν στο κάδρο της αθηναϊκής νύχτας
Στην αθηναϊκή νύχτα των δεκαετιών του ’80 και του ’90, ορισμένα ονόματα αρκούσε να ακουστούν για να βαραίνει η ατμόσφαιρα. Ο Θεμιστοκλής Παπαμάλης ήταν ένα από αυτά. Πρώην άνδρας των ΟΥΚ, με παρουσία που συνδέθηκε από δημοσιεύματα και αστυνομικές εκτιμήσεις με τον κόσμο των κυκλωμάτων και των εκρηκτικών, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιστορίας που έμεινε γεμάτη σκοτεινά σημεία.
Γεννημένος το 1952 στη Μυτιλήνη, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και υπηρέτησε στη Μονάδα Υποβρυχίων Καταστροφών. Η εκπαίδευσή του στις ειδικές δυνάμεις αναφέρθηκε αργότερα ως ένα από τα στοιχεία που, σύμφωνα με τις Αρχές, τον έκαναν να ξεχωρίζει στον χώρο των εκρηκτικών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε υπόθεση με την οποία συνδέθηκε δημόσια αποδείχθηκε και δικαστικά.
Από τις γνωριμίες στα κυκλώματα της νύχτας
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο Παπαμάλης φέρεται να ήρθε κοντά σε ανθρώπους που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της προστασίας. Σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα το όνομά του συνδέθηκε με πρόσωπα της εποχής, ανάμεσά τους ο Θέμης Καλαποθαράκος και ο Γιώργος Φραγκογιάννης.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν χρόνια αργότερα, οι Αρχές τον θεωρούσαν άνθρωπο με ιδιαίτερη τεχνική εμπειρία και του απέδιδαν συμμετοχή σε βομβιστικές ενέργειες εναντίον οχημάτων, κατοικιών και άλλων στόχων. Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν όσα του καταλογίστηκαν· δεν αποτελούν από μόνες τους δικαστική επιβεβαίωση για κάθε περιστατικό.
Οι υποθέσεις με τα εκρηκτικά
Το όνομά του συνδέθηκε και με την υπόθεση της βύθισης δύο μικρών δεξαμενόπλοιων το 2000, έπειτα από τοποθέτηση εκρηκτικών στα ύφαλά τους. Σε καταθέσεις και δημοσιεύματα που ακολούθησαν, διατυπώθηκαν ισχυρισμοί που συνέδεαν την ενέργεια με τον Παπαμάλη και άλλους εμπλεκόμενους.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, όμως οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν σε δεύτερο βαθμό. Γι’ αυτό και οι σχετικές αναφορές χρειάζονται προσοχή: πρόκειται για ισχυρισμούς και συνδέσεις που καταγράφηκαν στο πλαίσιο της έρευνας, όχι για τελεσίδικη απόδειξη της εμπλοκής του.
Το προσωνύμιο «Βόσνιος»
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ζωής του αφορά την πρώην Γιουγκοσλαβία, την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δημοσιεύματα και μαρτυρίες που ήρθαν στο φως χρόνια αργότερα ανέφεραν ότι είχε βρεθεί στο πλευρό παραστρατιωτικών δυνάμεων του Ζέλικο Ραζνάτοβιτς, γνωστού ως «Αρκάν», και ότι είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις των «Τίγρεων».
Οι ίδιες αναφορές έκαναν λόγο για τραυματισμό στο μάτι, από τον οποίο φέρεται να προέκυψε το προσωνύμιο «Βόσνιος». Ένα όνομα που, όπως και η υπόλοιπη διαδρομή του, συνοδεύτηκε από αφηγήσεις και πληροφορίες οι οποίες δεν έχουν όλες επιβεβαιωθεί δικαστικά.
Η ενέδρα στην Πετρούπολη
Προς το τέλος της δεκαετίας του ’90, οι σχέσεις του με τον Θέμη Καλαποθαράκο φέρεται να επιδεινώθηκαν. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αστυνομικές εκτιμήσεις, η δραστηριοποίησή του με περισσότερες από μία ομάδες ενδέχεται να δημιούργησε εντάσεις και καχυποψία.
Στις 14 Φεβρουαρίου 2000, δύο ένοπλοι φέρονται να του έστησαν ενέδρα έξω από το σπίτι του στην Πετρούπολη και να τον πυροβόλησαν επανειλημμένα. Ο Παπαμάλης μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένος στο νοσοκομείο, όπου κατέληξε λίγες ημέρες αργότερα. Η δολοφονία του εντάχθηκε στη βίαιη περίοδο των συγκρούσεων μεταξύ ομάδων της νύχτας, χωρίς να πάψουν να υπάρχουν ερωτήματα γύρω από τις συνθήκες και τα κίνητρά της.
Λίγους μήνες μετά, στις 25 Ιουλίου 2000, δολοφονήθηκε και ο Θέμης Καλαποθαράκος στον Σχινιά. Σε καταθέσεις και στοιχεία που παρουσιάστηκαν αργότερα, η επίθεση συνδέθηκε από τις Αρχές με ανθρώπους της μαφίας των δυτικών προαστίων, ενώ αναφέρθηκε και το ενδεχόμενο της εκδίκησης για τον θάνατο του Παπαμάλη.
Η διαδρομή του Θεμιστοκλή Παπαμάλη έμεινε δεμένη με μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της αθηναϊκής νύχτας. Από τη στρατιωτική του θητεία έως τις υποθέσεις που συνδέθηκαν με το όνομά του, και από το προσωνύμιο «Βόσνιος» έως τη δολοφονία του στην Πετρούπολη, η ιστορία του εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα σε καταγεγραμμένα γεγονότα, αστυνομικές εκτιμήσεις και ισχυρισμούς που δεν επιβεβαιώθηκαν όλοι στο δικαστήριο.

