Ο Πειραιάς που ξενυχτούσε: Οι θρυλικές πίστες, οι μεγάλες μαρκίζες και τα μπουζούκια που χάθηκαν στον χρόνο

Υπήρξε μια εποχή που για να ακούσεις μπουζούκια και να ξενυχτήσεις μέχρι το πρώτο φως της ημέρας, δεν χρειαζόταν να πάρεις τον δρόμο για την Παραλιακή ή τη Συγγρού.

Ο Πειραιάς είχε τη δική του νύχτα.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Τις δικές του μαρκίζες, τις δικές του πίστες, τους δικούς του θαμώνες. Μαγαζιά που γέμιζαν τραπέζια, άλλαζαν προγράμματα από σεζόν σε σεζόν και φιλοξενούσαν από λαϊκές φωνές της εποχής μέχρι ονόματα πρώτης γραμμής.

Σήμερα, περνάς από τους ίδιους δρόμους και τίποτα σχεδόν δεν μαρτυρά τι συνέβαινε εκεί πριν από τριάντα, σαράντα ή και πενήντα χρόνια.

Κι όμως, συνέβαιναν πολλά.

Ψάχνοντας πίσω στον χρόνο, το Tsipas Blog πέφτει πάνω σε έναν μικρό θησαυρό για όσους αγαπούν την ιστορία της ελληνικής νύχτας.

Πρόκειται για στοιχεία που περιλαμβάνονται στη διδακτορική διατριβή της Σταματίνας Βαρουχάκη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, «Μαζική κουλτούρα και σύγχρονο λαϊκό τραγούδι 1974-2000», η οποία ολοκληρώθηκε το 2005 και καταγράφει προγράμματα νυχτερινών κέντρων εκείνης της περιόδου.

Μέσα από αυτές τις καταγραφές ξαναζωντανεύει ένας Πειραιάς που οι νεότεροι δεν γνώρισαν και οι παλιότεροι πιθανότατα θυμούνται πολύ καλά.

Ο «Διογένης του Πειραιά» ήταν ήδη παρών στη νυχτερινή ζωή της πόλης τη σεζόν 1976-1977. Στην πίστα του βρίσκονταν η Νέλλη Γκίνη, ο Σπύρος Σερεμέτης, η Χριστίνα Ντάνου και ο Κ. Κόλλιας.

Την ίδια εποχή λειτουργούσε και το «Κάβο Ντ’ Όρο», με τη Φρύνη, τον Μ. Ξαπλαντέρη και τον Δ. Στάγια.

Μερικά χρόνια αργότερα ο «Διογένης» εμφανίζεται ξανά στις καταγραφές, στις οδούς Γεωργίου και Ανδρούτσου, με τον Γ. Ντουνιά.

Ο Πειραιάς μπορεί να μην είχε ποτέ τον αριθμό των κέντρων που συγκέντρωναν η Παραλιακή, η Συγγρού και άλλες μεγάλες πιάτσες της Αθήνας, είχε όμως δημιουργήσει τον δικό του μικρό χάρτη διασκέδασης.

Και ένα από τα σημεία του ήταν η Πύλης.

Εκεί, στη συμβολή Πύλης και Ελευθερίου Ζαννή, συναντάμε τη σεζόν 1983-1984 το «Πειραιεύς 70», με τους Μ. Τερζάκη, Ντ. Καττάντη και Τ. Σωτηρίου.

Αργότερα, στην Πύλης και Δεληγιώργη, εμφανίζεται ένα όνομα που φαίνεται ότι άντεξε αρκετά στον χρόνο.

Το «Ρετρό».

Τη σεζόν 1991-1992 φιλοξενούσε τους Αρ. Ρουμπάκη, Λ. Χαριτωνίδου, Χρ. Σκλαβούνου και Μ. Κλαδάκη. Ακολούθησαν διαφορετικές συνθέσεις, με τους Γ. Βασιλάτο, Χρ. Αγγελή, Π. Καλύβα και Μ. Βαρδή, ενώ το 1993-1994 συναντάμε τους Γ. Ξυπόχη, Λ. Χαριτωνίδου, Γ. Βασιλάτο και Μ. Παγάνη.

Το γεγονός ότι το όνομα επανέρχεται σε διαφορετικές σεζόν λέει από μόνο του πολλά.

Δεν ήταν μια μαρκίζα που άναψε για έναν χειμώνα και χάθηκε.

Ήταν κομμάτι της πειραϊκής νύχτας.

Και μετά έρχεται η Καστέλλα.

Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο δυνατή λεπτομέρεια ολόκληρης της αναδρομής.

Σεζόν 1993-1994. «Amadeus».

Τόλης Βοσκόπουλος.

Ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα που πέρασαν ποτέ από τις ελληνικές πίστες εμφανιζόταν τότε στον Πειραιά, μαζί με τους Ζιγκ Ζαγκ, τη Ρ. Σταύρου και τη Ν. Μαρίνη.

Αρκεί μόνο αυτό για να καταλάβει κανείς ότι η πειραϊκή νύχτα εκείνων των χρόνων δεν περιοριζόταν σε μικρά τοπικά μαγαζιά.

Μπορούσε να σηκώσει και βαριές μαρκίζες.

Στην Κολοκοτρώνη 153 είχε προηγηθεί το «Ραντεβού», με τους Λ. Ψιλόπουλο, Α. Λόλα και Π. Γαρώνη, ενώ στα μέσα των ’90s εμφανίζεται και το «Cartoon», στη συμβολή 34ου Συντάγματος και Κόδρου 1.

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε ένα ακόμη όνομα που άφησε το δικό του αποτύπωμα.

Την «Πειραϊκή Γωνιά».

Τη συναντάμε σε διαφορετικές περιόδους και με διαφορετικά προγράμματα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 εμφανίζονται μεταξύ άλλων η Π. Αστεριάδη, ο Στ. Αντιόπουλος και η Ε. Καμινάρη.

Τη σεζόν 1998-1999 καταγράφεται στη Μυκάλης 63, ενώ την επόμενη περίοδο η διεύθυνση εμφανίζεται ως Πειραιώς και Μυκάλης, με νέα σύνθεση καλλιτεχνών.

Λίγο πριν πέσει η αυλαία του 20ού αιώνα, ο χάρτης εξακολουθεί να έχει ζωή.

Στις «Μορφές», στη Διστόμου 5, εμφανίζεται ο Αλέκος Ζαζόπουλος μαζί με την Ά. Ιωαννίδη, τον Β. Ζερβό και την Π. Ρένα.

Υπήρχαν ακόμη οι «Φιγούρες», αλλά και το «Χαραμής Παλλάς» στη Γούναρη 9.

Και ύστερα ήρθαν τα 2000s.

Η νύχτα άλλαξε. Οι πιάτσες μετακινήθηκαν, τα μεγάλα κέντρα συγκεντρώθηκαν αλλού, τα μουσικά γούστα εξελίχθηκαν και πολλές από εκείνες τις μαρκίζες κατέβηκαν για τελευταία φορά.

Έμειναν οι διευθύνσεις.

Και αυτό είναι που κάνει σήμερα την ιστορία ακόμη πιο γοητευτική.

Γιατί μπορεί κάποιος να περπατά στην Πύλης, στη Δεληγιώργη, στην Κολοκοτρώνη, στη Μυκάλης ή στη Γούναρη και να μην έχει την παραμικρή ιδέα ότι κάπου εκεί, πίσω από μια σημερινή πρόσοψη, υπήρχε κάποτε μια πίστα.

Ότι άναβαν προβολείς.

Ότι έβγαινε η ορχήστρα.

Ότι τα τραπέζια γέμιζαν.

Και ότι όταν άνοιγαν οι πόρτες για να φύγουν οι τελευταίοι πελάτες, έξω είχε ήδη ξημερώσει.

Αυτός ήταν ένας άλλος Πειραιάς.

Ο Πειραιάς του «Διογένη», του «Πειραιεύς 70», του «Ρετρό», του «Amadeus», του «Cartoon», της «Πειραϊκής Γωνιάς» και των δεκάδων ανθρώπων που έγραψαν τις δικές τους ιστορίες μέσα σε αυτά.

Οι μαρκίζες έσβησαν.

Οι δρόμοι, όμως, θυμούνται.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ