Υπάρχει κάτι χειρότερο από μια ενεργειακή κρίση. Να βλέπεις την επόμενη να έρχεται, να γνωρίζεις ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεις την ίδια πολιτική.
Και η Ευρώπη δείχνει αποφασισμένη να παίξει ξανά με τη φωτιά.
Από τη μία, οι κυρώσεις στη ρωσική ενέργεια. Από την άλλη, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και οι διαρκείς απειλές για την παγκόσμια τροφοδοσία πετρελαίου.
Στη μέση; Εκατομμύρια πολίτες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν ήδη γονατίσει από την ακρίβεια.
Γιατί το πετρέλαιο δεν είναι απλώς ένας αριθμός στις διεθνείς αγορές. Είναι το φορτηγό που μεταφέρει τα τρόφιμα. Είναι το τρακτέρ που καλλιεργεί τη γη. Είναι το εργοστάσιο που πρέπει να λειτουργήσει. Είναι η βενζίνη που χρειάζεται ο εργαζόμενος για να πάει στη δουλειά του.
Όταν εκτοξεύεται η ενέργεια, ακριβαίνει ολόκληρη η ζωή.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Την ώρα που οι κοινωνίες καλούνται να κάνουν οικονομία, να περιορίσουν τις ανάγκες τους και να προσαρμοστούν σε μια ολοένα ακριβότερη καθημερινότητα, οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι εξακολουθούν να βρίσκουν τεράστιες ευκαιρίες κερδοφορίας μέσα στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Κυκλοφορούν εκτιμήσεις ακόμη και για 500 δισεκατομμύρια δολάρια έκτακτων κερδών. Ένας αριθμός που χρειάζεται τεκμηρίωση, αλλά αναδεικνύει ένα πραγματικό ερώτημα: Ποιος πληρώνει τις κρίσεις και ποιος τελικά βγαίνει κερδισμένος;
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται η συζήτηση για τις αρχές του 2027.
Εάν ο χειμώνας εξαντλήσει σημαντικό μέρος των ενεργειακών αποθεμάτων, εάν η ένταση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί και εάν οι μεταφορές πετρελαίου παραμείνουν ακριβές και επισφαλείς, η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο, ιδιαίτερα επώδυνο κύμα ανατιμήσεων.
Δεν είναι βεβαιότητα. Είναι, όμως, ένα σενάριο που κανείς σοβαρός δεν δικαιούται να αγνοήσει.
Και υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποφεύγουν να συζητήσουν με την απαιτούμενη ειλικρίνεια.
Πόσο αντέχει μια οικονομία να πληρώνει ακριβότερα την ενέργεια στο όνομα μιας γεωπολιτικής στρατηγικής;
Οι κυρώσεις στη Ρωσία επιβλήθηκαν για συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους, μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το οικονομικό τους κόστος πρέπει να μένει εκτός συζήτησης.
Όταν η ευρωπαϊκή βιομηχανία χάνει ανταγωνιστικότητα, όταν η παραγωγή γίνεται ακριβότερη και όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός στενάζει, οι κυβερνήσεις οφείλουν να δίνουν απαντήσεις. Όχι συνθήματα.
Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιούν τη δική τους ενεργειακή παραγωγή, ενώ η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές.
Διότι στην παγκόσμια σκακιέρα δεν αρκεί να έχεις συμμάχους. Πρέπει να προστατεύεις και τα συμφέροντα των πολιτών σου.
Το χειρότερο; Μια νέα ενεργειακή έκρηξη δεν θα περιοριστεί στα πρατήρια καυσίμων.
Θα περάσει στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στα μεταφορικά, στην αγροτική παραγωγή, στην εστίαση, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Θα χτυπήσει ακριβώς εκείνους που έχουν τα μικρότερα περιθώρια να αντέξουν.
Και τότε κανένα επικοινωνιακό αφήγημα δεν θα μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα.
Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την ενέργεια σαν ένα ακόμη κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής της. Είναι ζήτημα οικονομικής επιβίωσης και κοινωνικής συνοχής.
Γιατί, στο τέλος, τους πολέμους τους αποφασίζουν οι ισχυροί, τις ενεργειακές συμφωνίες τις υπογράφουν οι μεγάλοι και τον λογαριασμό τον πληρώνει ο απλός άνθρωπος.
Και εάν το 2027 φέρει πράγματι μια νέα καταιγίδα ακρίβειας, το ερώτημα δεν θα είναι μόνο πόσο θα κοστίζει το βαρέλι.
Θα είναι πόσο ακόμη θα αντέξουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να πληρώνουν τις συνέπειες αποφάσεων στις οποίες δεν είχαν ποτέ λόγο.
Γιατί κάποια στιγμή τελειώνουν και οι αντοχές. Και μαζί τους τελειώνουν και οι δικαιολογίες.
TSIPQW BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

