Αν κλείσεις τα μάτια, μπορείς ακόμα να ακούσεις τον ήχο από τις σκαλωσιές που έτριζαν ρυθμικά κάτω από τα μπάσα. Δεν ήταν απλά μια ντισκοτέκ· ήταν η δήλωση μιας ολόκληρης γενιάς που ήθελε να ξεφύγει από το «δήθεν» και να βουτήξει στο μέλλον.
Η Αυτοκίνηση του Μάκη Σαλιάρη δεν χρειαζόταν βελούδα και κρυστάλλους. Της αρκούσαν οι σιδηροκατασκευές, τα εκτεθειμένα τούβλα και εκείνο το εμβληματικό αυτοκίνητο που έδινε το στίγμα. Ήταν η απάντηση των Βορείων Προαστίων στην Barbarella, αλλά με μια δόση «αλητείας» και cosmopolitan αύρας που δεν έβρισκες πουθενά αλλού.
Το Τελετουργικό της Εισόδου
Η αγωνία ξεκινούσε από το πάρκινγκ. Θα περάσουμε; Θα μας δει ο πορτιέρης; Για εμάς, τους τότε πιτσιρικάδες των σχολικών χορών, η είσοδος στην Αυτοκίνηση ήταν σαν διαβατήριο για την ενηλικίωση. Το σκοτάδι μέσα ήταν «ζεστό», γεμάτο από τη μυρωδιά της λακ και του ακριβού (ή λιγότερο ακριβού) αρώματος, ενώ οι ακτίνες των λέιζερ έκοβαν τον καπνό στα δύο.
Ο Ήχος που μας Σημάδεψε
Όταν ο DJ έβαζε το “Let the night take the blame” ή το “Self Control”, η πίστα δεν ήταν απλά ένας χώρος χορού· ήταν ένα ηφαίστειο. Σύμφωνα με το Flash.gr, ο Μάκης Σαλιάρης κατάφερε να φέρει τον ευρωπαϊκό αέρα του clubbing στην Αθήνα, κάνοντας την Αυτοκίνηση το απόλυτο σημείο αναφοράς.
Ήταν όντως τόσο ωραία;
Ίσως να φταίει που ήμασταν νέοι. Ίσως να φταίει που τότε η διασκέδαση δεν περνούσε μέσα από την οθόνη ενός κινητού, αλλά μέσα από το βλέμμα του απέναντι. Όμως, όπως αναπολεί το Menshouse.gr, η Αυτοκίνηση παραμένει ο θρύλος της Κηφισίας, γιατί είχε αυτό που λείπει σήμερα: Ψυχή.
Η νύχτα, λοιπόν, ας πάρει το φταίξιμο. Εμείς κρατάμε την ανάμνηση από τα σπασμένα φώτα, τις δυνατές μουσικές και εκείνο το αίσθημα ότι ο κόσμος μάς ανήκε.

