Η ελάχιστη κατανάλωση στα μπουζούκια έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της νυχτερινής διασκέδασης. Και ταυτόχρονα σε μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής αγοράς.
Από τη μία, ένας κόσμος που με το που βάζει τα λεφτά στην τσέπη, τα βλέπει να εξαφανίζονται. Η ακρίβεια έχει καταπιεί τα εισοδήματα. Από την άλλη, τα νυχτοκάματα σχεδόν όλων των τραγουδιστών εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξωφρενικά επίπεδα.
Και στη μέση ο επιχειρηματίας.
Τι κάνει λοιπόν; Προσπαθεί να βγάλει τα σπασμένα από τα τραπέζια.
Ελάχιστη κατανάλωση 1.500, 2.000, 2.500, ακόμη και 3.000 ευρώ στις πρώτες σειρές.
Ποσά που μέχρι πριν από κάποια χρόνια μπορούσε ένα συγκεκριμένο κοινό να τα σηκώσει. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έχει αλλάξει.
Το κοινό αυτό έχει μικρύνει. Και όσοι εξακολουθούν να έχουν χρήματα δεν σημαίνει ότι είναι πρόθυμοι να τα ξοδεύουν με την ίδια ευκολία.
Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Δεν γίνεται να ανεβάζεις την ελάχιστη κατανάλωση για να καλύψεις τα εξωφρενικά έξοδα, όταν ο κόσμος που καλείται να την πληρώσει λιγοστεύει.
Και δεν είναι μόνο το οικονομικό.
Ο κόσμος έχει κουραστεί. Βλέπει τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες συνεργασίες, τις ίδιες συνταγές. Δεν βλέπει νέες ιστορίες, νέους πρωταγωνιστές, κάτι πραγματικά διαφορετικό που θα τον κάνει να πει ότι αξίζει να δώσει αυτά τα χρήματα.
Την ίδια ώρα, οι αλλεπάλληλες υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος και οι αυστηρότεροι έλεγχοι δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη πίεση σε όσες ροές αδήλωτου ή παράνομου χρήματος τροφοδοτούσαν τμήματα της αγοράς. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υψηλές καταναλώσεις συνδέονται συλλήβδην με παρανομία.
Και κάπως έτσι, το αδιέξοδο μεγαλώνει.
Ο επιχειρηματίας πρέπει να πληρώσει τραγουδιστές, μουσικούς, προσωπικό, ενοίκια, παραγωγή, συνεργάτες, προμηθευτές και κράτος. Για να τα καλύψει, ανεβάζει την ελάχιστη κατανάλωση. Αλλά όσο την ανεβάζει, τόσο περιορίζει τους ανθρώπους που μπορούν να καθίσουν στα πρώτα τραπέζια.
Έφτασε η ελάχιστη κατανάλωση να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός κάλυψης του κόστους παρά ως τιμή που ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες του πελάτη.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι καθαρά.
Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να είναι αιώνια όμηροι των οικονομικών απαιτήσεων των τραγουδιστών. Ούτε μπορούν να φορτώνουν διαρκώς στον πελάτη έναν λογαριασμό που δεν βγαίνει.
Πρώτα πρέπει να μειωθεί το κόστος. Να επανεξεταστούν τα νυχτοκάματα. Να προσαρμοστούν οι συμφωνίες στη νέα πραγματικότητα.
Γιατί το μοντέλο «ανεβάζω την ελάχιστη κατανάλωση για να πληρώσω τους πάντες» έχει αρχίσει να εξαντλεί τα όριά του.
Και όταν ζητάς 3.000 ευρώ για ένα τραπέζι από ένα κοινό που ολοένα μικραίνει, δεν έχεις λύσει το πρόβλημα. Απλώς έχεις μεταφέρει το πρόβλημα στον πελάτη.
Η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι.
Και αν δεν αλλάξει κάτι τώρα, το επόμενο πρόβλημα δεν θα είναι πόσο θα κοστίζει το πρώτο τραπέζι.
Θα είναι αν θα υπάρχει μαγαζί για να το πουλήσει.

