Δεν είναι μόνο η ακρίβεια. Να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Γιατί αν αποδίδουμε τα πάντα στο οικονομικό, χάνουμε τη μισή αλήθεια.
Ναι, ο κόσμος πιέζεται. Ναι, τα χρήματα έχουν λιγοστέψει. Ναι, η ελάχιστη κατανάλωση των 1.500, 2.000 και 3.000 ευρώ σε ορισμένα πρώτα τραπέζια έχει γίνει απαγορευτική για τους περισσότερους.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ο κόσμος έχει βαρεθεί.
Έχει βαρεθεί να βλέπει επί σειρά ετών τα ίδια πρόσωπα. Τους ίδιους τραγουδιστές να μετακινούνται από το ένα μαγαζί στο άλλο, χωρίς να παρουσιάζουν κάτι πραγματικά καινούργιο. Χωρίς φρέσκες ιδέες, χωρίς συνεργασίες που θα δημιουργήσουν ενδιαφέρον, χωρίς ένα πρόγραμμα που θα δικαιολογεί τα χρήματα που ζητούν από τον πελάτη.
Και το χειρότερο; Σε αρκετές περιπτώσεις έχει περισσέψει η αλαζονεία.
Όλοι θέλουν να είναι πρώτοι. Όλοι θέλουν τη μαρκίζα δική τους. Όλοι θέλουν να εμφανίζονται μόνοι τους, λες και η συνεργασία με έναν άλλον τραγουδιστή θα τους αφαιρέσει κάτι από την αξία τους.
Την ίδια ώρα, η δισκογραφία δεν δίνει τις επιτυχίες που έδινε κάποτε. Και αρκετά από τα καινούργια τραγούδια που παρουσιάζονται ως μεγάλες επιτυχίες μοιάζουν να κάνουν θόρυβο μόνο μέσα στον στενό κύκλο των ίδιων των καλλιτεχνών και της προβολής τους.
Άλλο να παρουσιάζεις ένα τραγούδι ως επιτυχία και άλλο να το τραγουδάει πραγματικά ο κόσμος.
Και πάμε στο πρόγραμμα.
Είναι δυνατόν να πηγαίνει κάποιος σε ένα νυχτερινό μαγαζί στις 10:30 και να πρέπει να περιμένει μέχρι τις 2 τα ξημερώματα για να εμφανιστεί το πρώτο μεγάλο όνομα;
Να έχει πιει σχεδόν το μπουκάλι ακούγοντας DJ και να περιμένει πότε θα ξεκινήσει επιτέλους το πρόγραμμα για το οποίο πλήρωσε;
Και όταν τελικά εμφανιστεί ο τραγουδιστής, να κάνει τον κύκλο του, να αποχωρεί και ο πελάτης να περιμένει πάλι μέχρι να ξαναβγεί;
Ε, κάποια στιγμή ο κόσμος κουράζεται. Ξενερώνει. Χάνει τη διάθεσή του.
Δεν πληρώνει για να περιμένει. Πληρώνει για να διασκεδάσει.
Και εδώ έρχεται η μεγάλη ανατροπή.
Ο κόσμος αρχίζει να αναζητά ξανά το παλιό, αυθεντικό λαϊκό τραγούδι. Τα μαγαζιά που δεν πουλάνε τόσο τη λάμψη της μαρκίζας όσο την ουσία της διασκέδασης.
Να δει, για παράδειγμα, στην ίδια πίστα έναν Θέμη Αδαμαντίδη, έναν Βασίλη Τερλέγκα, έναν Αλέκο Ζαζόπουλο. Ή ένα πρόγραμμα με Στάθη Ξένο, Μάκη Χριστοδουλόπουλο και Χαρά Βέρρα.
Τρία ονόματα. Τρεις διαφορετικές φωνές. Ένα πρόγραμμα γεμάτο, δεμένο, χωρίς μεγάλες κοιλιές.
Να πάει στις 12, να καθίσει μέχρι το πρωί, να πιει τα δύο μπουκάλια του, να ακούσει τραγούδια που αγαπάει και να φύγει γεμάτος.
Χωρίς να χρειάζεται να έχει χτυποκάρδι για το τι λογαριασμό θα αντικρίσει στο τέλος. Χωρίς να του ζητούν ελάχιστη κατανάλωση 2.000 ή 3.000 ευρώ για να καθίσει μπροστά.
Και αυτή η στροφή δεν είναι καθόλου τυχαία.
Μαγαζιά όπως το Athens Stage (Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Χαρά Βέρρα, Στάθης Ξένος), το Rox στην Πέτρου Ράλλη (Θέμης Αδαμαντίδης, Βασίλης Τερλέγκας, Αλέκος Ζαζόπουλος), αλλά και το Botox στο Μπουρνάζι, που φέτος ποντάρει στην επανένωση του Χρήστου Πάζη με τον Γιάννη Τάσσιο έπειτα από 23 χρόνια, δείχνουν ότι υπάρχει χώρος για μια διαφορετική πρόταση.
Μια πρόταση που στηρίζεται στις δυνατές συνεργασίες, στο αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, στα γεμάτα προγράμματα και σε μια πιο προσιτή φιλοσοφία διασκέδασης.
Γιατί τελικά ο κόσμος δεν έχει σταματήσει να αγαπάει τη νύχτα. Έχει αρχίσει να γυρίζει την πλάτη σε συγκεκριμένες συνταγές της.
Και αυτό είναι που πρέπει να προβληματίσει όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μια τεράστια μαρκίζα και ένα πανάκριβο νυχτοκάματο αρκούν για να γεμίσουν ένα μαγαζί.
Δεν αρκούν.
Η μαρκίζα μπορεί να λάμπει, αλλά αν το ταμείο δεν βγαίνει, η λάμψη δεν πληρώνει κανέναν.
Και όσο κάποιοι θα συνεχίζουν να κυνηγούν την προσωπική τους προβολή, να αποφεύγουν τις συνεργασίες και να ζητούν αμοιβές μιας άλλης εποχής, τόσο ο κόσμος θα ψάχνει αλλού την πραγματική διασκέδαση.
Γιατί στο τέλος της βραδιάς ο πελάτης δεν θυμάται ποιος είχε τα μεγαλύτερα γράμματα στην αφίσα.
Θυμάται αν πέρασε καλά. Και κυρίως αν άξιζαν τα λεφτά που πλήρωσε.

