Τα success stories καλά είναι. Ωραία ακούγονται και οι δείκτες ευημερίας. Ωραία είναι και τα μεγάλα λόγια για την ανάπτυξη, την οικονομία που προχωράει και την αγορά που δήθεν αντέχει.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η πραγματική αγορά λέει άλλα.
Και στο Tsipas Blog δεν μάθαμε να χαϊδεύουμε αυτιά. Δεν κάνουμε δημόσιες σχέσεις, δεν γράφουμε για να είμαστε αρεστοί και δεν παρουσιάζουμε μια εικονική πραγματικότητα. Είμαστε εδώ για να μεταφέρουμε αυτά που συμβαίνουν έξω. Στην εστίαση, στη νύχτα, στις επιχειρήσεις. Εκεί που κάθε βράδυ ανοίγει ένα ταμείο και στο τέλος κάποιος πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό.
Το γράψαμε και θα το ξαναγράψουμε. Το τελευταίο εικοσαήμερο του Οκτωβρίου ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Οι τζίροι σε πολλά μαγαζιά κατρακύλησαν. Και δεν μιλάμε μόνο για επιχειρήσεις που έτσι κι αλλιώς αντιμετώπιζαν προβλήματα.
Μιλάμε και για μαγαζιά που άντεχαν. Που είχαν πελατεία, όνομα, ιστορία. Που αποτελούσαν την εξαίρεση του κανόνα.
Γιατί εδώ και χρόνια υπάρχει μια πραγματικότητα που όλοι στη νύχτα γνωρίζουν, αλλά λίγοι τολμούν να πουν δημόσια.
Τα περισσότερα μαγαζιά δουλεύουν ουσιαστικά μία ημέρα την εβδομάδα. Το Σάββατο.
Και τώρα χάνεται και η Παρασκευή.
Η Παρασκευή υπάρχει στο πρόγραμμα, υπάρχει στις αφίσες, υπάρχει στις ανακοινώσεις. Στην πραγματική αγορά, όμως, για ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον χάρτη.
Ανοίγουν τα μαγαζιά και μπαίνουν μέσα. Όχι λίγο. Μπαίνουν κανονικά μέσα.
Και ερχόμαστε στο μεγάλο ερώτημα.
Πώς γίνεται ένας επιχειρηματίας να πληρώσει όλες αυτές τις υποχρεώσεις με ένα Σάββατο δουλειά;
Να πληρώσει τους τραγουδιστές, που σε αρκετές περιπτώσεις εξακολουθούν να ζητούν εξωφρενικά νυχτοκάματα. Να πληρώσει μουσικούς, προσωπικό, ενοίκια, κάβα, προμηθευτές, διαφήμιση, δισκογραφικές εταιρείες, συνεργάτες, παραγωγές, ρεύματα και ένα σωρό άλλες υποχρεώσεις.
Και φυσικά να πληρώσει και το κράτος. Φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ΕΦΚΑ. Να είναι συνεπέστατος απέναντι σε όλα.
Με ποια λεφτά;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει επιτέλους να απαντηθεί.
Γιατί μπορεί ένας επιχειρηματίας να θέλει να είναι απολύτως νόμιμος. Να έχει την επιχείρηση στο όνομά του, να πληρώνει τις υποχρεώσεις του, να μη χρωστάει πουθενά. Αλλά όταν τα λειτουργικά έξοδα καταπίνουν σχεδόν ολόκληρο τον τζίρο, από πού θα βρεθούν τα χρήματα;
Και προσέξτε. Αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για τη φοροδιαφυγή. Ούτε άλλοθι για κανέναν. Οι υποχρεώσεις απέναντι στο κράτος πρέπει να πληρώνονται.
Αλλά για να πληρώνονται, πρέπει πρώτα να υπάρχει μια επιχείρηση που να βγαίνει οικονομικά.
Και εδώ φτάνουμε στην ουσία.
Πρέπει να πέσουν τα έξοδα. Και πρώτα απ’ όλα τα νυχτοκάματα των τραγουδιστών.
Από εκεί πρέπει να ξεκινήσει το νοικοκύρεμα.
Δεν γίνεται η αγορά να έχει αλλάξει, οι τζίροι να έχουν πέσει, η Παρασκευή να έχει χαθεί και κάποιοι να εξακολουθούν να κοστολογούν τον εαυτό τους με τα δεδομένα μιας άλλης εποχής.
Δεν γίνεται να ζητάς αμοιβές από τις εποχές που τα μαγαζιά δούλευαν δύο και τρεις ημέρες, όταν σήμερα ο επιχειρηματίας περιμένει ένα Σάββατο για να πάρει ανάσα.
Και δεν γίνεται να τα θέλουν όλοι όλα, όταν η πίτα δεν φτάνει πλέον για όλους.
Ας το καταλάβουν και οι καλλιτέχνες. Αν δεν αντέξει το μαγαζί, δεν θα υπάρχει ούτε πίστα ούτε νυχτοκάματο. Δεν μπορεί ο επιχειρηματίας να σηκώνει μόνος του ολόκληρο το βάρος μιας αγοράς που έχει αλλάξει.
Η μείωση των αμοιβών δεν είναι επίθεση στους τραγουδιστές. Είναι προσαρμογή στην πραγματικότητα. Και μαζί της πρέπει να επανεξεταστούν όλες οι υπερβολές στο κόστος λειτουργίας.
Για να μπορέσει ο επιχειρηματίας να πληρώσει το προσωπικό του, να καλύψει τις υποχρεώσεις του, να αποδώσει στο κράτος αυτά που οφείλει. Να λειτουργήσει επιτέλους μέσα σε ένα οικονομικό πλαίσιο που βγάζει νόημα.
Τα παλιά τελείωσαν. Και όποιος δεν το έχει καταλάβει, θα το καταλάβει με τον πιο δύσκολο τρόπο.
Η νύχτα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με τιμοκαταλόγους του χθες και εισπράξεις του σήμερα.
Μειώστε τα νυχτοκάματα. Μαζέψτε τα έξοδα. Προσαρμόστε τις συμφωνίες στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς.
Και κάντε το τώρα. Όχι όταν θα αρχίσουν να σκάνε τα χρέη, να έρχονται οι κατασχέσεις, να τρέχουν οι επιχειρηματίες στα δικαστήρια και να κατεβαίνουν οριστικά οι διακόπτες.
Γιατί με ένα Σάββατο δεν συντηρείται ολόκληρη βιομηχανία. Και όποιος συνεχίζει να κάνει πως δεν το βλέπει, απλώς αγοράζει χρόνο μέχρι να έρθει ο λογαριασμός.

