Η Μαρία Καρυστιανού δεν μπήκε απλώς στην πολιτική.
Μπήκε με φόρα.
Ο πολιτικός φορέας που ανακοίνωσε από τη Θεσσαλονίκη, από την πλατεία Αριστοτέλους, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», καταγράφει ήδη ισχυρή δυναμική στις δημοσκοπήσεις, με μετρήσεις να τη φέρνουν ακόμη και στην τρίτη θέση, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία και την «ΕΛ.Α.Σ.» του Αλέξη Τσίπρα.
Και αυτό, μεταξύ μας, δεν προκαλεί καμία έκπληξη.
Γιατί η Καρυστιανού δεν τραβάει κόσμο μόνο από μία πολιτική δεξαμενή. Τραβάει από παντού. Από αριστερά, από δεξιά, από το κέντρο. Από ανθρώπους που μπορεί να ψήφιζαν διαφορετικά μέχρι χθες, αλλά σήμερα νιώθουν το ίδιο πράγμα: ότι η ζωή τους δεν πηγαίνει καλά.
Ότι η ακρίβεια δεν τους πιέζει απλώς. Τους στραγγαλίζει.
Ότι μια απλή βόλτα στο σούπερ μάρκετ έχει γίνει καθημερινό τεστ αντοχής, με το καλάθι να γεμίζει λιγότερο και τον λογαριασμό να ανεβαίνει περισσότερο.
Ότι σε αυτή τη χώρα μπορεί να κινηθούν άμεσα οι διαδικασίες για έναν πολίτη που χρωστά μερικές εκατοντάδες ευρώ, όμως όταν πρόκειται για υποθέσεις που συγκλονίζουν ολόκληρη την κοινωνία, όπως τα Τέμπη, η απαίτηση για λογοδοσία παραμένει ακόμη ανοιχτή.
Εκεί πατάει η δυναμική της Καρυστιανού.
Όχι σε μηχανισμούς. Όχι σε κομματικά γραφεία. Όχι σε πολιτικά τζάκια. Όχι σε νεολαίες και παραγοντισμούς.
Η Μαρία Καρυστιανού βγήκε μέσα από την κοινωνία.
Είναι η μάνα ενός παιδιού που ανέβηκε σε ένα τρένο και δεν γύρισε ποτέ πίσω.
Και αυτή η μάνα αποφάσισε να μην μείνει στη σιωπή. Να μη δεχθεί ότι όλα τελειώνουν με μια συγγνώμη, με μια εξεταστική, με μερικές δηλώσεις και με τον χρόνο να τα σκεπάσει όλα.
Αποφάσισε να μπει μπροστά.
Γι’ αυτό και η κοινωνία τη βλέπει διαφορετικά. Τη βλέπει ως μία από εμάς. Ως έναν άνθρωπο που δεν κατασκευάστηκε σε κομματικό σωλήνα. Ως μια γιατρό που εργάζεται, που πόνεσε, που συγκρούστηκε, που δεν έχει πίσω της το παλιό πολιτικό σύστημα.
Και κάτι ακόμη: η Καρυστιανού βελτιώνεται.
Αν συγκρίνει κανείς την πρώτη της συνέντευξη με τις τελευταίες εμφανίσεις της, βλέπει καθαρά μια γυναίκα που έχει αρχίσει να μπαίνει στον πολιτικό ρόλο. Είναι πιο συγκροτημένη, πιο έτοιμη, πιο αιχμηρή. Δείχνει ότι αντιλαμβάνεται πλέον πως δεν αρκεί μόνο το συναίσθημα. Χρειάζεται λόγος, θέση, σύγκρουση, πρόταση.
Και αυτό προσπαθεί να κάνει.
Η πρόκληση προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη για ντιμπέιτ δεν ήταν τυχαία. Ήταν κίνηση πολιτικού συμβολισμού. Ήθελε να δείξει ότι δεν φοβάται την απευθείας σύγκρουση. Ότι δεν μπαίνει στην πολιτική για να παίξει ρόλο κομπάρσου.
Μπαίνει για να ρωτήσει.
Για τα Τέμπη.
Για τα δημόσια ταμεία.
Για το Μαξίμου.
Για την ακρίβεια.
Για την καθημερινότητα.
Για μια χώρα όπου πολλοί πολίτες νιώθουν ότι δουλεύουν, πληρώνουν, σιωπούν και στο τέλος δεν δικαιώνονται ποτέ.
Η Καρυστιανού εκπροσωπεί, αυτή τη στιγμή, κάτι που το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει: το άφθαρτο.
Δεν είναι παλιά. Δεν μυρίζει εξουσία. Δεν κουβαλά κυβερνητικές φθορές. Δεν έχει υπογράψει μνημόνια, αποφάσεις, διορισμούς, συμβιβασμούς.
Κουβαλά όμως ένα όνομα που έγινε σύμβολο.
Και αυτό, στην πολιτική, μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δυνατό από όσο νομίζουν κάποιοι.
Η Μαρία Καρυστιανού ήρθε με φόρα.
Και το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα την προσέξουν.
Το ερώτημα είναι πόσο μακριά μπορεί να πάει.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

