Η γερμανική κυβέρνηση προχώρησε σε έκτακτο πακέτο παρεμβάσεων, επιχειρώντας να περιορίσει τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, σε μια περίοδο κατά την οποία η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης εξακολουθεί να αναζητά σταθερό βηματισμό μετά από δύο δύσκολες χρονιές.
Σύμφωνα με το Reuters, οι τελικές αποφάσεις ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα, έπειτα από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν όλο το Σαββατοκύριακο ανάμεσα στη συντηρητική συμμαχία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και τους Σοσιαλδημοκράτες εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού.
Ο ίδιος ο Μερτς, στις δηλώσεις του από το Βερολίνο, παραδέχθηκε ότι οι επιπτώσεις της σύγκρουσης δεν θα είναι προσωρινές, σημειώνοντας πως «θα αισθανόμαστε τις συνέπειες αυτού του πολέμου για πολύ καιρό ακόμη, ακόμη και όταν τελειώσει». Όπως πρόσθεσε, στόχος της κυβέρνησης είναι να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο περιθώριο ώστε να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας και να ελαφρυνθεί η πίεση στα ιδιωτικά νοικοκυριά.
Κεντρικό μέτρο του πακέτου αποτελεί η προσωρινή μείωση του φόρου στα καύσιμα κατά 17 λεπτά το λίτρο για τη βενζίνη και το ντίζελ, με ισχύ δύο μηνών. Το μέτρο κοστολογείται στα 1,6 δισ. ευρώ και έχει στόχο να περιορίσει την άμεση επιβάρυνση από την άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Παράλληλα, η κυβέρνηση δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να καταβάλουν στους εργαζομένους αφορολόγητο bonus ανακούφισης έως 1.000 ευρώ μέσα στο 2026, χωρίς επιβάρυνση από φόρους ή ασφαλιστικές εισφορές.
Στο Βερολίνο αναγνωρίζουν ότι η απόφαση έχει και σαφή πολιτική διάσταση, καθώς η πίεση για άμεση αντίδραση στην άνοδο των τιμών είχε ενταθεί. Ο ηγέτης των Βαυαρών συντηρητικών Μάρκους Ζέντερ περιέγραψε το κλίμα που επικρατεί στη γερμανική κοινωνία, αναφέροντας ότι η πίεση των τελευταίων εβδομάδων ήταν ιδιαίτερα έντονη για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και για τους πολίτες, οι οποίοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με την αύξηση του κόστους, κυρίως στα καύσιμα.
Το πακέτο στήριξης ανακοινώνεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η γερμανική οικονομία παραμένει εύθραυστη. Μετά τη μεγάλη αναταραχή που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Γερμανία κατέγραψε συρρίκνωση το 2023 και το 2024, ενώ πέρυσι η ανάπτυξη περιορίστηκε μόλις στο 0,2%. Η νέα ενεργειακή πίεση που προκαλεί η κρίση με το Ιράν απειλεί να επιβαρύνει περαιτέρω τις προοπτικές ανάκαμψης της κυβέρνησης Μερτς.
Πέρα από τα άμεσα μέτρα, ο κυβερνητικός συνασπισμός προανήγγειλε και δεύτερο κύμα παρεμβάσεων. Στις επόμενες εβδομάδες αναμένεται να παρουσιαστεί πιο μόνιμη πρόταση φοροελαφρύνσεων για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, με ορίζοντα εφαρμογής από το 2027. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει να προωθήσει έως το καλοκαίρι μεταρρύθμιση του συστήματος υγειονομικής ασφάλισης, με στόχο τη μείωση της πίεσης στους εργοδότες, σε μια χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης των δαπανών υγείας.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Βερολίνο εμφανίζεται αποφασισμένο να ανοίξει και μέτωπο στις Βρυξέλλες για το μέλλον της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα πιέσει για περαιτέρω χαλάρωση των στόχων εκπομπών για τις αυτοκινητοβιομηχανίες, απορρίπτοντας τόσο την πρόταση της Κομισιόν για ειδικό καθεστώς στα μικρά αυτοκίνητα όσο και το ενδεχόμενο συμψηφισμού επιπλέον εκπομπών μέσω offsets.
Η νέα δέσμη παρεμβάσεων καταδεικνύει ότι η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη άμεσο αποτύπωμα στην ευρωπαϊκή οικονομία, με τη Γερμανία να επιχειρεί να απορροφήσει μέρος των κραδασμών σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη φάση για την ίδια και συνολικά για την Ευρωζώνη.

