Τον χειμώνα τις βλέπεις στις πόρτες των μεγαλύτερων νυχτερινών κέντρων της Αθήνας.
Υποδοχή. Πολλές ώρες όρθιες, ξενύχτι, χαμόγελο, δουλειά. Ένα μεροκάματο όπως χιλιάδες άλλα μεροκάματα αυτής της πόλης.
Και μέχρι εδώ, όλα φυσιολογικά.
Μετά όμως έρχεται το καλοκαίρι.
Και μαζί του έρχεται και η μεγάλη μεταμόρφωση του Instagram.
Η κοπέλα που μέχρι πριν από λίγους μήνες έβλεπες στην υποδοχή ενός νυχτερινού κέντρου, ξαφνικά εμφανίζεται πάνω σε σκάφος στη Μύκονο.
Μετά σε πολυτελές ξενοδοχείο.
Μετά Ντουμπάι.
Μετά Παρίσι.
Μετά Μαλδίβες.
Στο χέρι μια τσάντα που μπορεί να κοστίζει όσο αρκετοί ελληνικοί μισθοί μαζί. Στο τραπέζι σαμπάνιες. Γύρω της ένα σκηνικό που φωνάζει χρήμα.
Και τότε έρχεται η απλή, σχεδόν λαϊκή απορία:
Ρε παιδιά, εμείς τι κάνουμε λάθος;
Γιατί ο άλλος σηκώνεται στις 7 το πρωί, γυρίζει σπίτι στις 8 το βράδυ, μετράει λογαριασμούς και βενζίνες και για να πάει πέντε ημέρες διακοπές πρέπει να κάνει οικονομία μήνες.
Και ανοίγει το Instagram και βλέπει μια ζωή που, τουλάχιστον με τα μαθηματικά του μέσου ελληνικού μισθού, δεν βγαίνει εύκολα.
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.
Ένα καλοκαίρι με Μύκονο, ακριβά ξενοδοχεία, σκάφη, designer τσάντες, εστιατόρια και ταξίδια στο εξωτερικό κοστίζει.
Και κοστίζει πολύ.
Άρα η ερώτηση είναι αναπόφευκτη:
Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε φωτογραφία υπάρχει κάτι ύποπτο. Ούτε μπορεί κανείς να γνωρίζει την προσωπική ζωή και τα οικονομικά οποιασδήποτε γυναίκας από ένα story.
Μπορεί να υπάρχει οικογενειακό χρήμα. Μπορεί να υπάρχει δεύτερη δουλειά. Μπορεί να υπάρχουν συνεργασίες. Μπορεί να υπάρχουν δώρα. Μπορεί να υπάρχει ένας εύπορος σύντροφος. Μπορεί απλώς να βρίσκεται σε μια παρέα που έχει τη δυνατότητα να πληρώνει πράγματα που εκείνη δεν θα μπορούσε μόνη της.
Όλα μπορούν να συμβαίνουν.
Υπάρχει όμως και κάτι που όσοι γνωρίζουν τη νύχτα ξέρουν καλά.
Η νύχτα δεν είναι μόνο τραγούδια, λουλούδια και τραπέζια.
Είναι γνωριμίες.
Και οι γνωριμίες ανοίγουν πόρτες.
Η κοπέλα που εργάζεται στην είσοδο ενός μεγάλου μαγαζιού μπορεί μέσα σε έναν χειμώνα να γνωρίσει επιχειρηματίες, ανθρώπους με οικονομική επιφάνεια, παρέες που ταξιδεύουν, ανθρώπους που διαθέτουν σκάφη και ανθρώπους για τους οποίους ένας λογαριασμός με τέσσερα μηδενικά δεν αποτελεί γεγονός.
Εκεί βρίσκεται ένα κομμάτι της απάντησης.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να αγοράζεις μια πολυτελή ζωή και άλλο να έχεις πρόσβαση σε αυτή.
Τεράστια διαφορά.
Μια φωτογραφία πάνω σε ένα yacht δεν σημαίνει ότι σου ανήκει το yacht.
Μια σουίτα των 1.500 ευρώ δεν σημαίνει ότι την πλήρωσες εσύ.
Ένα τραπέζι χιλιάδων ευρώ δεν σημαίνει ότι έβγαλες εσύ την κάρτα.
Και μια πανάκριβη τσάντα δεν σου λέει ποιος την αγόρασε.
Αυτό ακριβώς είναι και το παιχνίδι του Instagram.
Σου δείχνει τη χλιδή. Δεν σου δείχνει ποτέ την απόδειξη.
Και κάπως έτσι δημιουργείται μια ολόκληρη κοινωνική ψευδαίσθηση.
Ο εργαζόμενος που παλεύει πραγματικά για κάθε ευρώ κοιτάζει την οθόνη του και αισθάνεται αποτυχημένος επειδή δεν βρίσκεται στη Μύκονο, επειδή δεν κρατάει μια τσάντα 6.000 ευρώ, επειδή δεν κοιμάται σε σουίτα με ιδιωτική πισίνα.
Χωρίς όμως να γνωρίζει το βασικότερο:
ποιος πλήρωσε για να στηθεί η φωτογραφία που κοιτάζει.
Γι’ αυτό και η σωστή ερώτηση ίσως δεν είναι «πώς τα καταφέρνουν;».
Η σωστή ερώτηση είναι:
Αυτό που βλέπουμε είναι πραγματική οικονομική δύναμη ή απλώς πρόσβαση στην οικονομική δύναμη κάποιου άλλου;
Γιατί στη σημερινή εποχή μπορείς να φαίνεσαι πλούσιος χωρίς να είσαι.
Και ειδικά στη νύχτα, όπου οι γνωριμίες πολλές φορές αξίζουν περισσότερο από έναν μισθό, η απόσταση ανάμεσα στο «το έχω» και στο «βρίσκομαι δίπλα σε κάποιον που το έχει» μπορεί να χωράει ολόκληρο… Instagram.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

