Ωραία λοιπόν. Μετά τις υποθέσεις της Pizza Fan και του «Χωριάτικου», η συζήτηση πηγαίνει πλέον σε σαρωτικούς ελέγχους σε ολόκληρη την εστίαση. Στις μεγάλες αλυσίδες, στους προμηθευτές, στις πλατφόρμες delivery, στις εταιρείες courier. Και αύριο, ποιος ξέρει, σε ολόκληρη τη νυχτερινή διασκέδαση.
Να τους ελέγξουν όλους. Να ρίξουν τα δίχτυα παντού.
Αλλά έχει σκεφτεί κανείς πού μπορεί να οδηγήσει όλο αυτό;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για αριθμούς σε ένα λογιστικό φύλλο. Μιλάμε για επιχειρήσεις, για εργαζομένους, για ανθρώπους που έχουν οικογένειες, παιδιά, υποχρεώσεις. Μιλάμε για μια ολόκληρη αγορά που ήδη βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο.
Και το έχω γράψει εδώ και καιρό. Ας πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους.
Η εστίαση και η νύχτα, επί χρόνια, λειτούργησαν σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που σε αρκετές περιπτώσεις περιλάμβανε πρακτικές έξω από τα όρια της νομιμότητας. Και κάποιοι ενδεχομένως συνεχίζουν.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλοι είναι κλέφτες. Ότι όλοι έχουν στήσει μηχανισμούς φοροδιαφυγής. Ότι όλοι ψάχνουν λογιστές για να κάνουν αλχημείες και να γεμίζουν τις τσέπες τους.
Υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα. Αυτή που δεν φαίνεται στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Ο επιχειρηματίας που δεν βγαίνει. Που πληρώνει ενοίκια στον Θεό, ρεύμα, προσωπικό, ασφαλιστικές εισφορές, προμηθευτές, ΦΠΑ, φόρους. Που βλέπει τον τζίρο του να μικραίνει και τα έξοδά του να μεγαλώνουν.
Και που, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταφεύγει σε παράτυπες πρακτικές όχι για να πλουτίσει, αλλά επειδή θεωρεί ότι διαφορετικά δεν θα επιβιώσει. Δεν τις δικαιολογώ. Αλλά αν δεν καταλάβουμε γιατί συμβαίνουν, δεν πρόκειται να λύσουμε ποτέ το πρόβλημα.
Και τι κάνει το κράτος; Αντί να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με αυτούς τους ανθρώπους, να ακούσει τι περνούν και να δημιουργήσει συνθήκες για να μπορούν να λειτουργούν νόμιμα και βιώσιμα, απαντά κυρίως με ελέγχους και πρόστιμα.
Κυνήγι, κυνήγι, κυνήγι.
Μα πού θα πάει αυτό;
Στα λουκέτα; Στην ανεργία; Σε επιχειρήσεις που θα κατεβάσουν ρολά και σε οικογένειες που θα χάσουν το εισόδημά τους;
Αυτή είναι η λύση;
Μείωσε τον ΦΠΑ. Μείωσε τις ασφαλιστικές εισφορές. Δώσε ανάσες στις επιχειρήσεις. Φτιάξε ένα οικονομικό και εργασιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο επαγγελματίας θα μπορεί να είναι συνεπής χωρίς να χρειάζεται να κάνει ακροβατικά για να επιβιώσει.
Και μετά απαίτησε από όλους να είναι απολύτως εντάξει στις υποχρεώσεις τους.
Γιατί όταν το ίδιο το οικονομικό περιβάλλον πνίγει μια επιχείρηση, δεν μπορείς να αγνοείς τις συνθήκες και να ζητάς μόνο τα ρέστα.
Κανείς δεν λέει να υπάρχει ασυλία στη φοροδιαφυγή. Κανείς δεν λέει να μην πληρώνει ο επιχειρηματίας αυτά που οφείλει. Άλλο όμως να αντιμετωπίζεις τον πραγματικό απατεώνα και άλλο να αντιμετωπίζεις με την ίδια λογική έναν επαγγελματία που παλεύει να κρατήσει το μαγαζί του ανοιχτό.
Η εστίαση και η νύχτα δεν είναι εχθροί της οικονομίας. Είναι κομμάτι της. Δίνουν δουλειά σε χιλιάδες ανθρώπους, κινούν χρήμα, στηρίζουν προμηθευτές, μεταφορές, παραγωγούς, καλλιτέχνες, ολόκληρες τοπικές κοινωνίες.
Αν αρχίσουν να πέφτουν τα λουκέτα το ένα πίσω από το άλλο, δεν θα χαθούν μόνο επιχειρηματίες. Θα χαθούν θέσεις εργασίας. Θα χαθούν εισοδήματα. Θα βρεθούν οικογένειες σε απόγνωση. Και στο τέλος θα χάσει και το ίδιο το κράτος τα έσοδα που σήμερα προσπαθεί να εισπράξει.
Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουν.
Δεν σώζεις μια αγορά εξοντώνοντάς την.
Τη σώζεις δίνοντάς της τη δυνατότητα να λειτουργεί σωστά, νόμιμα και, πάνω απ’ όλα, να επιβιώνει.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα δεν είναι πόσα πρόστιμα θα κόψεις και πόσα μαγαζιά θα κλείσεις. Είναι πόσα θα καταφέρεις να κρατήσεις ανοιχτά, υγιή και με τους εργαζομένους τους στη δουλειά.
Αλλιώς, στο τέλος, θα έχουν μείνει οι ελεγκτικοί μηχανισμοί να ψάχνουν επιχειρήσεις που δεν θα υπάρχουν πια.

