Όταν ζούσε, πού ήσασταν; Η μετά θάνατον «αγάπη» για τον Μαζώ και η υποκρισία που περισσεύει

Τώρα τον αγαπούν όλοι.

Τώρα τον κατάλαβαν όλοι.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Τώρα ανακάλυψαν πόσο μεγάλος ήταν.

Τώρα.

Γιατί όσο ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν εδώ, η εικόνα δεν ήταν πάντα τόσο… αγαπησιάρικη.

Και όσο συνεχίζεται αυτή η πρωτοφανής «Μαζωνίτιδα», υπάρχει ένας ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο που κάποια στιγμή πρέπει να συζητηθεί.

Η υποκρισία.

Εκπομπές, αναρτήσεις, δηλώσεις, κλάματα, δάκρυα.

Φωτογραφίες ξεθάβονται από κινητά και συρτάρια.

«Θυμάμαι τότε που…»

«Μου είχε πει…»

«Ήταν μοναδικός…»

«Ήταν μπροστά από την εποχή του…»

«Ήταν τεράστιος…»

«Δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ…»

Σχεδόν κάθε μέρα εμφανίζεται και κάποιος καινούργιος για να μας εξηγήσει πόσο σημαντικός ήταν ο Μαζώ στη ζωή του.

Και κάπου εδώ γεννιέται μια πολύ απλή ερώτηση:

Όταν ήταν ζωντανός, πού ήσασταν;

Γιατί ο Μαζωνάκης δεν έγινε σπουδαίος επειδή πέθανε.

Ήταν σπουδαίος και πριν.

Δεν έγινε ιδιαίτερος μετά θάνατον.

Ήταν ιδιαίτερος και πριν.

Δεν απέκτησε ξαφνικά προσωπικότητα, διαδρομή, τραγούδια και επιρροή επειδή σήμερα ολόκληρη η Ελλάδα μιλάει γι’ αυτόν.

Τα είχε όλα αυτά όσο μπορούσε ακόμη να σηκώσει ένα τηλέφωνο και να ακούσει στην άλλη άκρη μια ανθρώπινη φωνή.

Και εκεί αρχίζει το δύσκολο κομμάτι.

Ο Μαζώ ζούσε στα κόκκινα.

Δεν ήταν ο εύκολος άνθρωπος που θα συμφωνούσε με όλους και θα τα είχε καλά με όλους.

Υπήρχαν επιλογές του που ξένιζαν. Άνθρωποι που διαφωνούσαν με τον τρόπο ζωής του. Σχέσεις που είχαν παγώσει. Παρέες που είχαν χαθεί. Τηλέφωνα που είχαν σταματήσει να χτυπούν.

Σεβαστό.

Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι φίλος με κανέναν.

Αλλά τότε ας είμαστε καθαροί και μετά.

Δεν γίνεται όσο κάποιος ζει να μην έχεις ουσιαστική σχέση μαζί του και όταν πεθάνει να δημιουργείται ξαφνικά η εικόνα μιας τεράστιας οικειότητας.

Γιατί υπάρχει και κάτι ακόμη.

Πολλά από τα μηνύματα που είχε στείλει ο Μαζώ σε ανθρώπους του χώρου έμειναν αναπάντητα.

Ο Μαζώ έστελνε.

Κάποιοι δεν απαντούσαν.

Και σήμερα κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχουν πολύ περισσότερα να πουν απ’ όσα είχαν τότε.

Εδώ ακριβώς αρχίζει να περισσεύει η υποκρισία.

Γιατί μπορεί ένας άνθρωπος να μη ζητάει πολλά.

Μπορεί να θέλει απλώς μία κουβέντα.

Έναν καφέ.

Ένα ποτό.

Μια βόλτα.

Ένα «τι κάνεις ρε φίλε;».

Μια αγκαλιά.

Ή, πολύ πιο απλά, μια απάντηση.

Και καμιά φορά αυτή η μία ώρα που δεν έδωσες στον άνθρωπο όσο ήταν εδώ αξίζει περισσότερο από εκατό αναρτήσεις όταν πλέον είναι αργά.

Γιατί τώρα είναι εύκολο.

Τώρα ο Μαζώ δεν μπορεί να διαφωνήσει.

Δεν μπορεί να θυμώσει.

Δεν μπορεί να πει τη δική του εκδοχή.

Δεν μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο.

Δεν μπορεί να απαντήσει σε κανέναν.

Και ξαφνικά περισσεύει η αγάπη.

Πολύ βολικό.

Σήμερα όλοι αναγνωρίζουν το τεράστιο κεφάλαιο που λέγεται Γιώργος Μαζωνάκης.

Και πράγματι υπήρξε ένα τεράστιο κεφάλαιο.

Μιλούν για την επιρροή του. Για τον τρόπο που άλλαξε πράγματα στην ελληνική νύχτα. Για την ιδιαίτερη αισθητική του. Για όσα τόλμησε όταν άλλοι δεν τολμούσαν.

Για το αποτύπωμα που αφήνει πίσω του και από το οποίο θα συνεχίσουν να παίρνουν πράγματα ακόμη και καλλιτέχνες των επόμενων γενιών.

Σωστά όλα αυτά.

Μόνο που θα είχαν πολύ μεγαλύτερη αξία αν του τα είχαν πει όταν μπορούσε να τα ακούσει.

Γιατί τα καλά λόγια στον νεκρό είναι εύκολα.

Το δύσκολο είναι να σταθείς δίπλα στον ζωντανό.

Αυτή είναι όλη η ιστορία.

Μην περιμένουμε να φύγει κάποιος για να ανακαλύψουμε πόσο τον αγαπούσαμε.

Μην τον αφήνουμε στο «διαβάστηκε» όσο βρίσκεται εδώ και μετά γράφουμε ολόκληρα κατεβατά όταν δεν μπορεί πλέον να τα διαβάσει εκείνος.

Μην κρατάμε την αγκαλιά για την κάμερα και τα λουλούδια για την κηδεία.

Τα λουλούδια έχουν μεγαλύτερη αξία όταν αυτός για τον οποίο τα πήρες μπορεί ακόμη να τα μυρίσει.

Μετά γίνονται στεφάνι.

Και επειδή στη νύχτα οι ιστορίες δεν σβήνουν τόσο εύκολα όσο κάποιοι θα ήθελαν, υπάρχει και κάτι τελευταίο.

Η νύχτα θυμάται.

Ποιος ήταν εκεί.

Ποιος δεν ήταν.

Ποιος σήκωνε το τηλέφωνο.

Ποιος απαντούσε στα μηνύματα.

Και ποιος θυμήθηκε να αγαπήσει όταν ήταν πλέον πολύ αργά.

Η νύχτα ξέρει.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ