Ο Σάκης Κεχαγιόγλου, σε συνέντευξή του στο Direct του protothema.gr και στον Γιώργο Ευγενίδη, μίλησε ανοιχτά για τη Δικαιοσύνη, το τεκμήριο αθωότητας, τις μεγάλες δίκες που σημάδεψαν την πορεία του, αλλά και για την προσωπική του στάση απέναντι στη ζωή και την πίστη.
Με εμπειρία 35 ετών στην ποινική δικηγορία, ο γνωστός ποινικολόγος στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει πλέον τις ποινικές υποθέσεις, κάνοντας λόγο για μια διάχυτη τάση αυστηρής και πρόχειρης κρίσης. Όπως είπε, το φαινόμενο αυτό έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις, με αποτέλεσμα πολλές φορές να διαμορφώνονται απόψεις χωρίς πραγματική γνώση της δικογραφίας και των στοιχείων κάθε υπόθεσης.
Αναφερόμενος στη δουλειά του ποινικολόγου, ξεκαθάρισε πως ο συνήγορος δεν καλείται να υπερασπιστεί πράξεις, αλλά ανθρώπους. Τόνισε ότι δεν πιστεύει στη λογική επιλογής υποθέσεων με όρους συμπάθειας ή κοινωνικής αποδοχής, ενώ υπερασπίστηκε τη σημασία του τεκμηρίου αθωότητας, σημειώνοντας πως μόνο όσοι δικάζουν και γνωρίζουν σε βάθος τη δικογραφία μπορούν να σχηματίσουν ουσιαστική κρίση.
Ο ίδιος μίλησε και για το ύφος που πρέπει να έχει ένας ποινικολόγος μέσα στη δικαστική αίθουσα, τονίζοντας πως οι θεατρινισμοί, οι εντάσεις και οι προσβολές προς τους δικαστές ανήκουν σε μια άλλη εποχή. Κατά την άποψή του, αυτό που μετρά πραγματικά είναι η νομική κατάρτιση, η ευγένεια και η μετρημένη παρουσία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αρχή της πορείας του, λέγοντας πως το γεγονός ότι ξεκίνησε ως συνεργάτης του Αλέξανδρου Λυκουρέζου του έδωσε τη δυνατότητα να βρεθεί από πολύ νωρίς στο επίκεντρο σημαντικών ποινικών υποθέσεων. Όπως ανέφερε, η εμπλοκή του σε μεγάλες δίκες από μικρή ηλικία τον έκανε ευρύτερα γνωστό σε όλη τη χώρα.
Ξεχωριστή θέση στη συνέντευξη είχε η αναφορά του στη δίκη για το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη το 2003, όπου έχασαν τη ζωή τους 21 μαθητές. Ο Σάκης Κεχαγιόγλου περιέγραψε μια διαδικασία που, παρά τον αβάσταχτο πόνο των οικογενειών, εξελίχθηκε με θεσμική σοβαρότητα και χωρίς ακρότητες, επισημαίνοντας πως ακόμη και σε τόσο βαριές υποθέσεις η ψυχραιμία αποτελεί βασικό στοιχείο της απονομής δικαιοσύνης.
Στο ίδιο πλαίσιο υπογράμμισε ότι στο επίκεντρο κάθε ποινικής δίκης βρίσκεται ο κατηγορούμενος ως άνθρωπος, με τη δική του προσωπικότητα, τα κίνητρα και τις συνθήκες που τον οδήγησαν εκεί. Όπως είπε, ο ίδιος πάντα προσπαθεί να βλέπει πίσω από το κατηγορητήριο και να κατανοεί τον άνθρωπο που βρίσκεται στο εδώλιο.
Μιλώντας για την υπόθεση Βαγιωνή, εξέφρασε την άποψη ότι η απόφαση που εκδόθηκε δεν ήταν η ορθή, επιμένοντας πως, κατά τη δική του νομική εκτίμηση, η πράξη θα έπρεπε να αξιολογηθεί διαφορετικά. Στάθηκε έτσι στη σημασία της σωστής νομικής ερμηνείας και της λεπτομερούς αποτίμησης των πραγματικών περιστατικών.
Αναφέρθηκε επίσης στην πολύκροτη υπόθεση της Ειρήνης Μελισσαροπούλου στο Χονγκ Κονγκ, υπενθυμίζοντας πως η νεαρή γυναίκα τελικά αθωώθηκε, καθώς οι ένορκοι διατήρησαν αμφιβολίες ως προς το αν γνώριζε τι ακριβώς μετέφερε. Ο ίδιος τόνισε ότι αυτή ακριβώς η αμφιβολία είναι θεμέλιο του ποινικού δικαίου και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με την ίδια βαρύτητα και στην Ελλάδα.
Πέρα από τα νομικά, ο Σάκης Κεχαγιόγλου μίλησε και για τη σχέση του με τη θρησκεία, επιλέγοντας έναν προσωπικό και διακριτικό τόνο. Όπως είπε, αποφεύγει τις δημόσιες διακηρύξεις πίστης, θεωρώντας ότι πολλές φορές πίσω από τέτοιες τοποθετήσεις μπορεί να κρύβεται υποκρισία. Παρ’ όλα αυτά, δήλωσε πως πιστεύει βαθιά στην αθανασία της ψυχής και στην αιώνια ζωή, χωρίς όμως να προσεγγίζει το ζήτημα με συμβατικούς όρους περί παραδείσου και κόλασης.
Κλείνοντας, ο γνωστός ποινικολόγος ξεκαθάρισε ότι παραμένει παρών και ενεργός στη μάχιμη δικηγορία, χωρίς να σκέφτεται την αποχώρηση, αν και, όπως είπε με χιούμορ, δεν σκοπεύει να περάσει όλη του τη ζωή μέσα στις δικαστικές αίθουσες.
