Η Ελλάδα της ακρίβειας: Στα χαρτιά φθηνότερη, στο ταμείο γονατισμένη – Το μεγάλο ψέμα των ευρωπαϊκών μέσων όρων!

Υπάρχουν αριθμοί που αποτυπώνουν την πραγματικότητα. Υπάρχουν, όμως, και αριθμοί που μπορούν να δημιουργήσουν εντελώς λανθασμένες εντυπώσεις, όταν απομονώνονται από τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.

Και η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Στα χαρτιά, το ελληνικό σούπερ μάρκετ εμφανίζεται ελαφρώς φθηνότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην πράξη, όμως, για χιλιάδες νοικοκυριά, η επίσκεψη στο ταμείο εξελίσσεται σε μια ολοένα δυσκολότερη οικονομική δοκιμασία.

Γιατί ο Έλληνας δεν ψωνίζει με γερμανικό μισθό. Ούτε πληρώνει το γάλα, το ψωμί και τα υπόλοιπα βασικά αγαθά με τις αποδοχές ενός εργαζομένου στο Λουξεμβούργο.

Ας δούμε τι λένε τα στοιχεία.

Το καλάθι των 18 βασικών προϊόντων κοστίζει στην Ελλάδα 67,40 ευρώ, έναντι 69,84 ευρώ κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια διαφορά μόλις 2,44 ευρώ, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι η ελληνική αγορά κινείται σε σχετικά χαμηλότερα επίπεδα τιμών.

Μόνο που η εικόνα αλλάζει όταν η σύγκριση μεταφέρεται στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Η Ισπανία και η Πορτογαλία εμφανίζουν φθηνότερο καλάθι, όπως και αρκετές βαλκανικές χώρες. Στη Ρουμανία, μάλιστα, τα ίδια προϊόντα κοστίζουν 45,90 ευρώ, δηλαδή 21,50 ευρώ λιγότερα από την Ελλάδα.

Και εδώ προκύπτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Πώς γίνεται μια χώρα με περιορισμένη αγοραστική δύναμη να εμφανίζει υψηλότερο κόστος βασικών αγαθών από άλλες οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας;

Η ακρίβεια δεν μετριέται μόνο σε ευρώ

Το μεγάλο πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις τιμές των προϊόντων. Βρίσκεται στη σχέση τους με τα εισοδήματα.

Στην Ισλανδία, ο δείκτης επιπέδου τιμών φτάνει τις 183,6 μονάδες, στη Νορβηγία τις 154,4, στο Λουξεμβούργο τις 134,9 και στη Δανία τις 128,4, με βάση το 100 του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Πρόκειται για διαφορετική μέτρηση από εκείνη του καλαθιού των 18 προϊόντων, η οποία αποτυπώνει το γενικότερο επίπεδο τιμών.

Ωστόσο, το καθοριστικό στοιχείο για την καθημερινότητα ενός πολίτη είναι πόσο από το εισόδημά του απαιτείται για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες.

Στην Ελλάδα, όπου το κόστος στέγασης, ενέργειας και μετακίνησης απορροφά σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, τα ψώνια του μήνα μετατρέπονται σε μια δύσκολη εξίσωση.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναγκάζονται να περιορίζουν ποσότητες, να αναζητούν διαρκώς προσφορές ή να αφήνουν προϊόντα εκτός καλαθιού.

Και αυτό δεν αποτυπώνεται σε μια απλή σύγκριση τιμών.

Οι ανατιμήσεις ήρθαν για να μείνουν;

Υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική παράμετρος.

Η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν συνεπάγεται επιστροφή στις παλιές τιμές. Σημαίνει ότι οι αυξήσεις συνεχίζονται με χαμηλότερο ρυθμό, εφόσον ο πληθωρισμός παραμένει θετικός.

Παράλληλα, το ενεργειακό κόστος, οι μεταφορές, τα καύσιμα και τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων επηρεάζουν την τελική τιμή στο ράφι.

Έτσι, ακόμη και όταν οι οικονομικοί δείκτες εμφανίζουν σημάδια σταθεροποίησης, ο καταναλωτής εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συσσωρευμένες ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών.

Και όσο τα εισοδήματα δεν ακολουθούν αντίστοιχη πορεία, η πίεση παραμένει.

Η αλήθεια βρίσκεται στο πορτοφόλι, όχι στους πίνακες

Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι να πανηγυρίζουμε επειδή το ελληνικό καλάθι βρίσκεται οριακά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Είναι να εξετάσουμε πόσα προϊόντα μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον μισθό του, αφού προηγουμένως καλύψει τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του.

Γιατί η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με στατιστικές συγκρίσεις που αγνοούν την αγοραστική δύναμη.

Αντιμετωπίζεται όταν το διαθέσιμο εισόδημα επαρκεί για μια αξιοπρεπή καθημερινότητα.

Και στην Ελλάδα του 2026, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι το καλάθι κοστίζει 67,40 ευρώ αντί για 69,84. Είναι ότι για πολλούς καταναλωτές ακόμη και αυτά τα 67,40 ευρώ έχουν γίνει ένας λογαριασμός που δύσκολα βγαίνει.

Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα των στατιστικών και στην Ελλάδα που στέκεται κάθε μέρα μπροστά στο ταμείο.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ