Σε λίγες ώρες θα ακουστεί το αναστάσιμο μήνυμα.
Οι καμπάνες θα χτυπήσουν.
Οι εκκλησίες θα γεμίσουν κόσμο.
Τα κεράκια θα ανάψουν ξανά μέσα στο σκοτάδι και για λίγα λεπτά όλοι θα σταθούν απέναντι σε κάτι πιο μεγάλο από την καθημερινότητά τους.
Θα ακουστεί το «Χριστός Ανέστη».
Μια φράση που κουβαλά ελπίδα.
Μια φράση που γεννήσεις ολόκληρες έμαθαν να συνδέουν με το φως, με την πίστη, με την επανεκκίνηση της ψυχής.
Κι όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, από την άλλη πλευρά της ζωής, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει.
Ένας κόσμος που δείχνει πιο κουρασμένος από ποτέ.
Πιο θυμωμένος από ποτέ.
Πιο μπερδεμένος από ποτέ.
Παντού εικόνες οργής.
Παντού εικόνες απογοήτευσης.
Παντού άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους ένα βάρος που δεν λέγεται εύκολα με λέξεις.
Στους δρόμους, στις ειδήσεις, στα σπίτια, στις σχέσεις, στις κουβέντες των ανθρώπων, κυριαρχεί μια ένταση που δεν κρύβεται πια.
Ένα νεύρο διαρκές.
Μια πίεση που μεγαλώνει.
Ένα παράπονο που δεν βρίσκει διέξοδο.
Και όσο περνά ο καιρός, τόσο γίνεται πιο φανερό πως ο κόσμος δεν κουράστηκε μόνο οικονομικά.
Κουράστηκε ψυχικά.
Κουράστηκε ηθικά.
Κουράστηκε να βλέπει το σωστό να χάνει έδαφος και το συμφέρον να νικά.
Παντού πόλεμοι.
Παντού συγκρούσεις.
Παντού αντιπαραθέσεις.
Παντού ένας άνθρωπος απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο.
Και μέσα σε όλο αυτό, αντί να περισσεύει κατανόηση, περισσεύει θυμός.
Αντί να μεγαλώνει η αγάπη, μεγαλώνει η απόσταση.
Αντί να δυναμώνει το «μαζί», θεριεύει το «εγώ».
Ένα εγώ που μπήκε παντού.
Στις σχέσεις.
Στη δουλειά.
Στην κοινωνία.
Στην πολιτική.
Στην καθημερινή συμπεριφορά.
Όλοι θέλουν να επιβληθούν.
Όλοι θέλουν να φανούν.
Όλοι θέλουν να κερδίσουν κάτι.
Και όλο και λιγότεροι νοιάζονται πραγματικά για το τι αφήνουν πίσω τους.
Το χρήμα έγινε για πολλούς το μοναδικό μέτρο αξίας.
Το συμφέρον έγινε η πρώτη σκέψη.
Η προβολή έγινε ανάγκη.
Η εικόνα έγινε πιο σημαντική από την ουσία.
Και έτσι, σιγά σιγά, χάθηκε κάτι πολύ πιο σημαντικό:
η ανθρωπιά.
Χάθηκε η υπομονή.
Χάθηκε η ευγένεια.
Χάθηκε η αλήθεια.
Χάθηκε η διάθεση να νιώσει ο ένας τον άλλον.
Ο κόσμος σήμερα δεν πονά μόνο επειδή δυσκολεύεται.
Πονά γιατί νιώθει μόνος.
Πονά γιατί νιώθει ότι δεν τον ακούει κανείς.
Πονά γιατί ζει σε μια εποχή όπου όλοι μιλάνε, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν.
Και αυτή η απογοήτευση δεν φαίνεται μόνο στα μεγάλα γεγονότα.
Φαίνεται στα πρόσωπα.
Στα μάτια.
Στον τρόπο που απαντά ο κόσμος.
Στον τρόπο που αντιδρά.
Στον τρόπο που έχει πάψει να ελπίζει όπως παλιά.
Ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.
Όχι μόνο οι πόλεμοι.
Όχι μόνο οι κόντρες.
Όχι μόνο η βία.
Αλλά το ότι ο άνθρωπος συνηθίζει σιγά σιγά στο σκοτάδι.
Το ότι αρχίζει να θεωρεί φυσιολογική την ένταση, φυσιολογική την σκληρότητα, φυσιολογική την έλλειψη αγάπης.
Και τότε έρχεται το μεγάλο ερώτημα:
Τι αξία έχει το αναστάσιμο μήνυμα, αν δεν περάσει πραγματικά μέσα μας;
Τι σημαίνει Ανάσταση, αν ο άνθρωπος παραμένει βυθισμένος στο μίσος, στην αλαζονεία, στην πλεονεξία και στην αδιαφορία;
Τι σημαίνει φως, όταν επιλέγουμε κάθε μέρα το σκοτάδι του εγωισμού μας;
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ανάγκη της εποχής να μην είναι άλλη μια γιορτή, άλλη μια συνήθεια, άλλη μια τυπική ευχή.
Ίσως η μεγαλύτερη ανάγκη να είναι να ξαναθυμηθούμε τι σημαίνει άνθρωπος.
Να χαμηλώσει το εγώ.
Να μιλήσει ξανά η ψυχή.
Να βρει χώρο η συγχώρεση.
Να υπάρξει ξανά συμπόνια.
Να νικήσει έστω για λίγο η αλήθεια απέναντι στο συμφέρον.
Γιατί η Ανάσταση δεν είναι μόνο λόγια.
Δεν είναι μόνο κερί, εκκλησία και ένα βράδυ γιορτής.
Είναι στάση ζωής.
Είναι μάχη εσωτερική.
Είναι απόφαση να μην γίνεις ίδιος με αυτό που καταδικάζεις.
Σε λίγες ώρες, λοιπόν, θα ακουστεί ξανά το «Χριστός Ανέστη».
Το θέμα είναι αν θα το ακούσουμε πραγματικά.
Αν θα το αφήσουμε να μας ταρακουνήσει.
Αν θα το αφήσουμε να μας αλλάξει.
Γιατί ο κόσμος σήμερα έχει ανάγκη από Ανάσταση περισσότερο από ποτέ.
Όχι μόνο γύρω μας.
Αλλά πρώτα μέσα μας.

