Υπάρχει η Ελλάδα των οικονομικών εκθέσεων, των θετικών προοπτικών και των αριθμών. Και υπάρχει και η Ελλάδα της πραγματικής ζωής, όπου μια οικογένεια κάθεται στο τραπέζι με χαρτί και μολύβι για να υπολογίσει αν μπορεί να στείλει το παιδί της να σπουδάσει.
Από το Πανεπιστήμιο Πατρών έρχεται ένα στοιχείο που μόνο ως ηχηρό καμπανάκι μπορεί να διαβαστεί.
Περίπου 400 επιτυχόντες δεν προχώρησαν φέτος στην εγγραφή τους. Αναλυτικότερα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί κάνουν λόγο για 372 μη εγγραφές, περίπου 7,6% των επιτυχόντων, με το φαινόμενο να αγγίζει ακόμη και σχολές υψηλής ζήτησης: εννέα θέσεις στην Ιατρική, 15 στους Μηχανολόγους και 14 στους Ηλεκτρολόγους έμειναν χωρίς εγγραφή.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο θέμα.
Τα παιδιά αυτά είχαν ήδη περάσει το δύσκολο εμπόδιο των Πανελλαδικών. Είχαν κερδίσει τη θέση τους. Για ορισμένα όμως, μετά τα μόρια ήρθε μπροστά ένας διαφορετικός λογαριασμός: αυτός της καθημερινότητας.
Ένα παιδί που φεύγει από το σπίτι του για να σπουδάσει σημαίνει ενοίκιο, ρεύμα, κοινόχρηστα, διατροφή, μετακινήσεις και ένα δεύτερο νοικοκυριό που πρέπει να συντηρείται κάθε μήνα.
Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών Χρήστος Μπούρας έχει επισημάνει το βάρος που δημιουργούν η φοιτητική στέγη και οι μετακινήσεις, ενώ ο υφυπουργός Παιδείας Νίκος Παπαϊωάννου αναγνώρισε ότι το στοιχείο των περίπου 400 μη εγγραφών πρέπει να προβληματίσει και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, το κόστος ζωής μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά την απόφαση μιας οικογένειας.
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι και οι περίπου 400 δεν εγγράφηκαν επειδή δεν είχαν χρήματα. Υπάρχουν νέοι που μπορεί να άλλαξαν επιλογή, να ακολούθησαν διαφορετική εκπαιδευτική διαδρομή ή να μην επιθυμούσαν τελικά το συγκεκριμένο τμήμα.
Όμως από τη στιγμή που το οικονομικό μπαίνει ανάμεσα σε έναν επιτυχόντα και στις σπουδές του, υπάρχει πρόβλημα. Και μάλιστα μεγάλο.
Το υπουργείο απαντά με το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα, τις εστίες και την ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας.
Μόνο που η κοινωνία δεν ζει με τις εξαγγελίες.
Ζει με το αποτέλεσμα.
Και το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η επιτυχία ενός παιδιού στις Πανελλαδικές μπορεί να συνοδεύεται από ένα δεύτερο, πολύ πιο σκληρό ερώτημα για τους γονείς του:
«Μπορούμε να το σπουδάσουμε;»
Εδώ λοιπόν η συζήτηση ξεφεύγει από τα στενά όρια του Πανεπιστημίου Πατρών και ακουμπά τη μεγάλη εικόνα της οικονομίας.
Την ώρα που ακούμε για επενδυτική βαθμίδα, θετικές προοπτικές, ανάπτυξη και καλύτερες αξιολογήσεις της χώρας, υπάρχει μια καθημερινότητα που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε οικονομικούς δείκτες.
Γιατί ανάπτυξη για μια οικογένεια δεν είναι μόνο τι γράφει μια διεθνής έκθεση.
Είναι αν βγαίνει ο μήνας.
Είναι αν μπορεί να πληρωθεί το νοίκι.
Είναι αν υπάρχει η δυνατότητα να στηθεί ένα δεύτερο σπίτι για τέσσερα ή πέντε χρόνια, ώστε ένα παιδί να αξιοποιήσει τη θέση που κέρδισε με τον κόπο του.
Και κάπου εδώ το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο:
Όταν η οικογένεια γονατίζει από το κόστος ζωής, ποια ακριβώς «αναβάθμιση» βλέπει η Moody’s;
Διότι υπάρχει η εικόνα της χώρας που βλέπουν οι οίκοι αξιολόγησης και υπάρχει η εικόνα που βλέπει ο πολίτης όταν ανοίγει τον λογαριασμό του.
Η πρώτη αποτυπώνεται σε βαθμίδες και outlook.
Η δεύτερη αποτυπώνεται στο πορτοφόλι.
Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή αξιολόγηση από όλες.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

