Σε συνέχεια όσων γράψαμε για τη νυχτερινή διασκέδαση, η εικόνα παραμένει σκληρή και αδιαμφισβήτητη:
οι ισορροπίες έχουν χαλάσει.
Η λάμπα καίει — αλλά τσάμπα.
Τα μαγαζιά δουλεύουν, όμως οι επιχειρηματίες δεν κονομάνε. Και είναι απολύτως λογικό να έχουν ξενερώσει.
Σήμερα, τα λεφτά δεν μένουν στο μαγαζί.
Πηγαίνουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στους καλλιτέχνες.
Οι συμφωνίες είναι βαριές, τα ρίσκα μονόπλευρα και το ταμείο στο τέλος της βραδιάς δεν δικαιολογεί ούτε την ένταση, ούτε το άγχος, ούτε την επένδυση.
Η στιγμή που θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πάντα
Υπήρξε όμως μια στιγμή — ίσως η μοναδική — που όλα θα μπορούσαν να είχαν πάρει διαφορετικό δρόμο.
Ήταν την περίοδο της πανδημίας.
Όταν μπήκε λουκέτο στα μαγαζιά και η νύχτα βυθίστηκε στο απόλυτο σκοτάδι.
Τότε, οι επιχειρηματίες μαζεύτηκαν.
Συναντήθηκαν.
Συζητούσαν.
Στο Romeo, προσπάθησαν να βρουν μια κοινή φωνή απέναντι στα προβλήματα που γεννήθηκαν από το μηδέν.
Και εκεί ακριβώς, μέσα στο απόλυτο «μαύρο», υπήρχε μια ιστορική ευκαιρία:
να μπουν κανόνες.
Να υπάρξει μέτρο.
Να συζητηθούν ανοιχτά και τα νυχτοκάματα των καλλιτεχνών.
Η λογική ήταν απλή και απολύτως υγιής:
«Ζητάει 30 ο τάδε καλλιτέχνης; Δεν θα του τα δώσει κανένας. Να πέσει η τιμή. Να ισορροπήσει η αγορά.»
Όχι πόλεμος.
Όχι σύγκρουση.
Συνεννόηση.
Από την ενότητα… στην αλαζονεία
Και όμως, με το που έφυγε ο κορονοϊός, όλα ξεχάστηκαν.
Ο σύλλογος μπήκε στο συρτάρι.
Η κοινή γραμμή διαλύθηκε.
Ο καθένας γύρισε στα δικά του.
Επανήλθε η αλαζονεία.
Επανήλθε ο ανταγωνισμός.
Ο ένας να «κάψει» τον άλλον.
Ο ένας να δώσει παραπάνω από τον άλλον για να μη χάσει το όνομα.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να ταΐζουν το ίδιο το τέρας.
Το τέρας που μεγάλωσαν μόνοι τους
Σήμερα, οι επιχειρηματίες της νύχτας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που οι ίδιοι διαμόρφωσαν.
Με αμοιβές που δεν ανταποκρίνονται στην αγορά.
Με ρίσκο που βαραίνει μόνο τη μία πλευρά.
Με μια «βιομηχανία» όπου ο ένας πληρώνει και ο άλλος δεν χάνει ποτέ.
Η ευκαιρία υπήρξε.
Η στιγμή ήταν ιδανική.
Αλλά χάθηκε.
Και τώρα, η νύχτα πληρώνει τον λογαριασμό.
Με καμένα φώτα.
Με ξενερωμένους επιχειρηματίες.
Και με ένα σύστημα που τρίζει επικίνδυνα.
