Ζούμε στη χώρα που δεν μαθαίνει.
Που κάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη — με την ίδια αυτοπεποίθηση ότι “αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς”.
Και όχι. Δεν πιστεύω ότι φταίει η άγνοια.
Οι Έλληνες ξέρουν. Μια χαρά ξέρουν τι συμβαίνει.
Ξέρουν πότε τους κοροϊδεύουν.
Ξέρουν πότε κάτι είναι στραβό.
Ξέρουν πότε μια κατάσταση βρωμάει από μακριά.
Αλλά προτιμούν το ψέμα.
Γιατί το ψέμα είναι πιο βολικό από την αλήθεια.
Η αλήθεια θέλει ευθύνη. Θέλει πειθαρχία. Θέλει “όχι” στον εαυτό σου.
Το ψέμα, αντίθετα, είναι χάδι. Είναι παυσίπονο. Είναι “φταίνε οι άλλοι”.
Και μαζί με το ψέμα, έχουμε κάνει εθνικό σπορ και την γκρίνια.
Τη μόνιμη κλάψα.
Την κουβέντα του καφενείου που ξεκινάει με “δεν πάμε καλά” και τελειώνει με “όλοι ίδιοι είναι”.
Μόνο που αυτό δεν αλλάζει τίποτα.
Αλλάζει μόνο την ψυχολογία.
Σε κρατάει σε μια μόνιμη μιζέρια, ώστε να μην κάνεις ποτέ το βήμα.
Να μην απαιτήσεις. Να μην συγκρουστείς. Να μη σηκώσεις το βάρος της αλλαγής.
Και μετά έρχονται τα στοιχεία. Αμείλικτα.
Η Ελλάδα πεθαίνει. Κυριολεκτικά.
Όχι σαν σχήμα λόγου.
Αλλά σαν πραγματικότητα: λιγότερες γεννήσεις, περισσότερες απώλειες, μια κοινωνία που γερνάει, νέοι που φεύγουν, οικογένειες που δεν φτιάχνονται.
Και το πιο σκληρό;
Ότι δεν είναι “μια κακή χρονιά”. Είναι πορεία. Είναι κατεύθυνση.
Κάποιοι θα πουν “έλα μωρέ, υπερβολές”.
Μα έτσι ξεκινάει πάντα: με υποτίμηση.
Με άρνηση.
Με ένα “δεν βαριέσαι”.
Μόνο που με το “δεν βαριέσαι” δεν πήγε κανείς πολύ μακριά.
Το ψέμα δεν σε σώζει. Σε κοιμίζει.
Η γκρίνια δεν σε δικαιώνει. Σε ακινητοποιεί.
Και η κλάψα δεν είναι σχέδιο. Είναι άλλοθι.
Και κάπως έτσι, φτάνουμε κάθε φορά στο ίδιο σημείο:
Να βλέπουμε το αποτέλεσμα και να λέμε “πώς έγινε αυτό;”.
Έγινε γιατί το επιτρέψαμε.
Έγινε γιατί το συνηθίσαμε.
Έγινε γιατί βολευτήκαμε με τις ιστορίες που μας νανουρίζουν.
Ας πρόσεχε.
Γιατί όταν μια χώρα προτιμά το ψέμα από την αλήθεια, δεν τιμωρείται από κάποιον απέξω.
Απλά… σβήνει μόνη της.

