Στο Instagram, η εικόνα είναι ειδυλλιακή. Λαμπερά φώτα, ασφυκτικά γεμάτα τραπέζια, stories με τον κόσμο να διασκεδάζει μέχρι το πρωί και την αίσθηση ότι η νυχτερινή διασκέδαση ζει μέρες δόξας. Όμως, όταν τα φώτα σβήνουν και οι ιδιοκτήτες κάθονται πάνω από τα μπλοκάκια, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Το ταμείο είναι συχνά «στεγνό» και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων κρέμεται από μια κλωστή.
Πώς φτάσαμε στο σημείο τα μαγαζιά να φαίνονται «πίτα» αλλά να είναι οικονομικά ζημιογόνα; Η απάντηση κρύβεται σε μια επικίνδυνη εξίσωση δύο παραγόντων.
1. Το «τέρας» των λειτουργικών εξόδων
Ποτέ άλλοτε το κόστος του να κρατήσεις ένα μαγαζί ανοιχτό δεν ήταν τόσο υψηλό. Η ενέργεια έχει εκτοξευθεί, οι προμηθευτές αυξάνουν τις τιμές στις πρώτες ύλες (από το ποτό μέχρι τον πάγο και τα αναλώσιμα), ενώ οι αμοιβές των καλλιτεχνών, των μουσικών και του προσωπικού έχουν αναπροσαρμοστεί στις ανάγκες της ακρίβειας. Αν προσθέσουμε τα υπέρογκα ενοίκια και τις ασφαλιστικές εισφορές, ένα νυχτερινό κέντρο ξεκινά τη βραδιά του με ένα τεράστιο παθητικό, πριν καν μπει ο πρώτος πελάτης.
2. Η κουλτούρα του «ενός ποτού»
Από την άλλη πλευρά, η συμπεριφορά του κοινού έχει αλλάξει ριζικά. Ο κόσμος έχει την ανάγκη να βγει, να κοινωνικοποιηθεί και να «φανεί» – εξού και η παρουσία του στα μαγαζιά. Ωστόσο, η αγοραστική του δύναμη είναι περιορισμένη. Το παλιό μοντέλο της «κατανάλωσης χωρίς αύριο» έχει πεθάνει.
Σήμερα, οι περισσότεροι θα πάρουν ένα ποτό στο χέρι ή θα μοιραστούν μια φιάλη ανά δέκα άτομα, προσπαθώντας να βγάλουν τη βραδιά με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Η «χαμηλή κατανάλωση» είναι ο εφιάλτης του επιχειρηματία: Το μαγαζί απαιτεί το ίδιο προσωπικό, την ίδια θέρμανση και το ίδιο πρόγραμμα για έναν πελάτη που θα ξοδέψει 15 ευρώ, όσο και για εκείνον που θα ξόδευε 100.
Συμπέρασμα: Μια βιομηχανία σε οριακό σημείο
Η νυχτερινή ζωή στην Ελλάδα βιώνει ένα παράδοξο. Είναι «ζωντανή» στα social media αλλά «κλινικά νεκρή» στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Η εικόνα του γεμάτου μαγαζιού είναι πλέον μια αναγκαία ψευδαίσθηση για το μάρκετινγκ, όμως δεν αρκεί για να πληρωθούν οι υποχρεώσεις.
Αν δεν υπάρξει ισορροπία ανάμεσα στα λειτουργικά κόστη και τη δυνατότητα του κόσμου να καταναλώσει, το «τελευταίο ποτό» για πολλές ιστορικές επιχειρήσεις του κλάδου ίσως είναι πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε.

