Η πρόσφατη απόφαση της δικαιοσύνης, που επέβαλε ποινή φυλάκισης 22 μηνών στον Ηλία Γκιώνη για συκοφαντική δυσφήμιση κατά του Δημήτρη Φιντιρίκου, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο. Δεν πρόκειται απλώς για τη λήξη μιας δικαστικής διαμάχης, αλλά για μια ηχηρή απάντηση στη «δολοφονία χαρακτήρα» που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος στον ψηφιακό και τηλεοπτικό αέρα. Ωστόσο, η καταδίκη αυτή αναδεικνύει και τις ευθύνες των πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών, που λειτούργησαν ως πολλαπλασιαστές των αστήρικτων κατηγοριών.
Η Τηλεθέαση ως Προτεραιότητα
Στην κορύφωση της υπόθεσης, είδαμε πολλά τηλεοπτικά πάνελ να παραχωρούν εκτενή χρόνο στον καταδικασθέντα, συχνά χωρίς την απαραίτητη δημοσιογραφική διασταύρωση. Η ανάγκη για υψηλά νούμερα τηλεθέασης φαίνεται πως υπερίσχυσε της δεοντολογίας. Ο «Μικρός Πριγκιπάκος» μετατράπηκε σε ένα ελκυστικό τηλεοπτικό «προϊόν», με τις εκπομπές να αναπαράγουν τοξικούς ισχυρισμούς υπό το προπέτασμα της ενημέρωσης, αδιαφορώντας για το βάρος των λέξεων.
Η Απόσταση από το Χθες στο Σήμερα
Είναι αξιοσημείωτο πώς οι ίδιοι χώροι που κάποτε φιλοξενούσαν αυτούς τους ισχυρισμούς με θαυμασμό, σήμερα μεταδίδουν την είδηση της καταδίκης με μια αίσθηση ουδετερότητας, σαν να μην υπήρξαν ποτέ μέρος του προβλήματος. Αυτή η επιλεκτική μνήμη της τηλεόρασης είναι που επιτρέπει την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων.
Η Ανάγκη για Δεοντολογία
Η προβολή κατηγοριών που θίγουν την υπόληψη ενός πολίτη χωρίς αποδείξεις δεν αποτελεί ενημέρωση, αλλά μια επικίνδυνη πρακτική. Οι εκπομπές αυτές έγιναν το όχημα για να στοχοποιηθεί ένας άνθρωπος επί δύο έτη, υπενθυμίζοντάς μας ότι η ελευθερία του λόγου συνοδεύεται από την ευθύνη της αλήθειας.
Η δικαιοσύνη προσέφερε την απαραίτητη δικαίωση, όμως το ερώτημα παραμένει: θα γίνει αυτή η υπόθεση αφορμή για μια πιο υπεύθυνη στάση των Μέσων; Όσο η τηλεθέαση παραμένει η μόνη πυξίδα, ο κίνδυνος για την επόμενη άδικη στοχοποίηση θα παραμονεύει πάντα πίσω από τις κάμερες.

