Βασίλης Βαρελάς: Ο «Μπιλ ο Καναδός» δεν ήταν από τους πρωτοσέλιδους της νύχτας – Ήταν όμως από τους πιο σκληρούς! Όσοι ξέρουν, ξέρουν…

Σε κάθε χώρο υπάρχουν οι πρωτοσέλιδοι. Εκείνοι που συγκεντρώνουν πάνω τους τα φώτα, που ακούγονται περισσότερο, που τα ονόματά τους γίνονται γνωστά ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τον συγκεκριμένο κόσμο.

Το βλέπουμε στην πολιτική, στη δημοσιογραφία, στον αθλητισμό, στις επιχειρήσεις. Και φυσικά το έχουμε δει πολλές φορές και στον σκοτεινό κόσμο της νύχτας.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Υπάρχουν αυτοί που εμφανίζονται ως αρχηγοί, ως ισχυροί, ως οι άνθρωποι που κινούν τα νήματα. Και επειδή βρίσκονται συνεχώς στην επικαιρότητα, δημιουργείται η εντύπωση ότι είναι και οι πιο δυνατοί. Ότι αυτοί κάνουν κουμάντο. Ότι από αυτούς αρχίζουν και τελειώνουν τα πάντα.

Μόνο που η πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε αυτή.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να έχεις μεγάλο όνομα και άλλο να είσαι πραγματικά σκληρός.

Πολλές φορές εκείνοι που δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας, που δεν έχουν τη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και που το ευρύ κοινό μπορεί να μην τους γνωρίζει καν, αποδεικνύονται πολύ πιο αδίστακτοι από τους λεγόμενους μεγάλους.

Δεν χρειάζεται να είναι στην κορυφή της πυραμίδας για να προκαλούν φόβο. Ούτε να φιγουράρουν στα πρωτοσέλιδα για να έχουν βαρύ όνομα μέσα στον δικό τους κόσμο.

Και κάπου εδώ έρχεται η περίπτωση του Βασίλη Βαρελά.

Του ανθρώπου που έγινε γνωστός ως «Μπιλ ο Καναδός». Μιας ιδιαίτερα σκληρής φυσιογνωμίας, με διαδρομή που πέρασε από τα κινηματογραφικά πλατό της Αμερικής και κατέληξε στις πιο σκοτεινές υποθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα.

Ο Βαρελάς ανήκε σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που, σύμφωνα με όσα αποδίδονται στη δράση τους, δεν σταματούσαν εύκολα μπροστά σε τίποτα. Έφταναν στα άκρα. Στα κόκκινα. Εκεί όπου η βία δεν ήταν απλώς απειλή, αλλά πραγματικότητα.

Δεν ήταν απαραίτητα ο πιο προβεβλημένος. Ήταν όμως ένα όνομα που είχε αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος σε όσους γνώριζαν τις σκοτεινές διαδρομές της νύχτας και τις ισορροπίες της εποχής.

Ο 64χρονος βρέθηκε νεκρός το πρωί της Πέμπτης 5 Νοεμβρίου στο κελί του στις φυλακές Αγίου Στεφάνου της Πάτρας, σύμφωνα με το tempo24. Τα ακριβή αίτια του θανάτου του αναμένεται να διευκρινιστούν από τη νεκροψία-νεκροτομή.

Η ζωή του, άλλωστε, μόνο συνηθισμένη δεν ήταν.

Με καταγωγή από τη Νέδουσα του Ταϋγέτου, ο Βαρελάς ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τις πολεμικές τέχνες. Υπήρξε πυγμάχος και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, αναδείχθηκε δύο φορές πρωταθλητής στο kick boxing.

Τη δεκαετία του ’80 βρέθηκε στο εξωτερικό, φτάνοντας μέχρι τα κινηματογραφικά πλατό του Χόλιγουντ. Εκεί, χάρη στη σωματική του διάπλαση, τις ικανότητές του και την ομοιότητά του με τον Τσακ Νόρις, φέρεται να εργάστηκε ως κασκαντέρ του διάσημου ηθοποιού σε επικίνδυνες σκηνές δράσης.

Μια διαδρομή που για πολλούς θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή μιας σπουδαίας καριέρας. Όμως η συνέχεια ήταν εντελώς διαφορετική.

Το 1988 το όνομά του συνδέθηκε με ανθρωποκτονία στον Καναδά, ύστερα από προσωπικές διαφορές. Η υπόθεση οδήγησε στην έκδοση διεθνούς εντάλματος αναζήτησης.

Το αμερικανικό όνειρο είχε τελειώσει. Και η επιστροφή στην Ελλάδα θα άνοιγε ένα πολύ πιο σκοτεινό κεφάλαιο.

Στην Καλαμάτα και γενικότερα στη Μεσσηνία, ο «Μπιλ ο Καναδός» άρχισε να αποκτά μια εντελώς διαφορετική φήμη. Το όνομά του συνδέθηκε με εγκληματικές ομάδες, υποθέσεις ναρκωτικών, εκβιασμούς επιχειρηματιών και πληρωμένες επιθέσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από τις αστυνομικές έρευνες, οι απαιτήσεις για προστασία καταστημάτων έφταναν ακόμη και τις 3.000 ευρώ τον μήνα.

Δεν μιλάμε, λοιπόν, για απλές κόντρες της νύχτας. Μιλάμε για έναν κόσμο όπου οι απειλές μπορούσαν να μετατραπούν σε πραγματικές επιθέσεις και όπου η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπιζόταν με τρομακτική ευκολία ως εμπόδιο που έπρεπε να φύγει από τη μέση.

Αυτό ήταν και το στοιχείο που έκανε την περίπτωση Βαρελά τόσο σκληρή.

Δεν ήταν η δημοσιότητα. Δεν ήταν οι φωτογραφίες. Ήταν οι ίδιες οι υποθέσεις με τις οποίες συνδέθηκε το όνομά του.

Μία από αυτές αφορούσε τον πρώην σύζυγο της τότε μνηστής του. Σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ, ένας 29χρονος αλβανικής καταγωγής, γνωστός ως «Νίκο», φερόταν να είχε αναλάβει την εκτέλεσή του.

Ο άνδρας επέζησε από δύο επιθέσεις. Στη μία, τον Μάρτιο του 2009, στη Νέα Φιλαδέλφεια, δέχθηκε πυροβολισμό σχεδόν εξ επαφής στο κεφάλι. Κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή έπειτα από μεγάλη προσπάθεια των γιατρών.

Όμως η υπόθεση που σημάδεψε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τη διαδρομή του Βαρελά ήταν εκείνη του Νοεμβρίου του 2011.

Η δολοφονία του 35χρονου Φελίμ Μεσάι και του μόλις δύο ετών γιου του στη Μεσσηνία.

Πατέρας και παιδί εντοπίστηκαν νεκροί μέσα σε αυτοκίνητο σε αρδευτικό κανάλι. Ο πατέρας είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι και το παιδί είχε δεχθεί θανατηφόρα τραύματα από μαχαίρι.

Ένα έγκλημα που συγκλόνισε το πανελλήνιο και αποκάλυψε τη σκληρότητα του κόσμου στον οποίο κινούνταν οι εμπλεκόμενοι.

Οι αστυνομικές έρευνες απέδωσαν στον Βαρελά τον ρόλο του ηθικού αυτουργού. Ακολούθησαν επιχειρήσεις των ΕΚΑΜ, συλλήψεις και η εξάρθρωση της ομάδας που ερευνούσαν οι Αρχές.

Ο ίδιος εντοπίστηκε σε απομονωμένο κτήμα, το οποίο φυλασσόταν από σκυλιά. Σύμφωνα με τις περιγραφές της επιχείρησης, συνελήφθη έχοντας όπλο στο χέρι.

Από εκεί και πέρα, η ζωή του συνεχίστηκε πίσω από τα κάγκελα.

Ακόμη και στη φυλακή, πάντως, το όνομά του δεν έπαψε να απασχολεί την επικαιρότητα. Τον Ιανουάριο του 2015 είχε αναφερθεί εμπλοκή του σε βίαιη επίθεση εναντίον του Χριστόδουλου Ξηρού, καταδικασμένου για συμμετοχή στη 17 Νοέμβρη, μέσα στις φυλακές Δομοκού.

Υπήρχε και μια άλλη, ιδιαίτερη λεπτομέρεια στη ζωή του. Εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που είχε επηρεάσει τη φωνή του, χρησιμοποιούσε λαρυγγόφωνο για να επικοινωνεί. Σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα, ακόμη και με αυτόν τον τρόπο φέρεται να συντόνιζε ανθρώπους και δραστηριότητες.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος. Στις φυλακές Αγίου Στεφάνου της Πάτρας, όπου βρέθηκε νεκρός σε ηλικία 64 ετών.

Η ιστορία του, όμως, αφήνει και μια ευρύτερη διαπίστωση.

Γιατί επί δεκαετίες η κοινή γνώμη έμαθε να αναγνωρίζει τον υπόκοσμο μέσα από συγκεκριμένα πρόσωπα. Από εκείνους που γίνονταν πρωτοσέλιδα, που αποκτούσαν παρατσούκλια, που παρουσιάζονταν ως οι μεγάλοι παίκτες της νύχτας.

Μόνο που ο κόσμος αυτός δεν λειτουργούσε ποτέ αποκλειστικά με όρους δημοσιότητας.

Υπήρχαν πρόσωπα με λιγότερη προβολή, αλλά με πολύ βαρύτερη παρουσία σε συγκεκριμένες περιοχές και εγκληματικές υποθέσεις. Άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν την αναγνωρισιμότητα των λεγόμενων αρχηγών, αλλά η δράση που τους αποδιδόταν ήταν εξαιρετικά βίαιη.

Και ο «Μπιλ ο Καναδός» ήταν μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις που δείχνουν πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η πραγματική εικόνα από εκείνη που σχηματίζεται μέσα από τα πρωτοσέλιδα.

Γιατί δεν είναι όλοι οι σκληροί πρωτοσέλιδοι. Και δεν είναι όλοι οι πρωτοσέλιδοι οι πιο σκληροί.

Ο Βαρελάς έφτασε, σύμφωνα με όσα αποτυπώθηκαν στις αστυνομικές έρευνες, στα πιο ακραία όρια αυτού του κόσμου. Εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα το ρομαντικό, τίποτα το κινηματογραφικό και τίποτα που να αξίζει θαυμασμό.

Μόνο φόβος, αίμα και ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν.

Η διαδρομή του τελείωσε σε ένα κελί στην Πάτρα. Το όνομά του, όμως, θα παραμείνει συνδεδεμένο με μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους του οργανωμένου εγκλήματος στη Μεσσηνία.

Και όσοι γνώρισαν εκείνη την εποχή, όσοι ήξεραν πρόσωπα, καταστάσεις και πραγματικές ισορροπίες, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι σήμαινε το όνομα «Μπιλ ο Καναδός».

Όσοι ξέρουν, ξέρουν…

ΠΡΟΣΦΑΤΑ