Το πιο βαρύ χτύπημα για έναν πολιτικό δεν είναι πάντα αυτό που έρχεται από τους αντιπάλους του. Είναι εκείνο που έρχεται από το ίδιο του το στρατόπεδο. Και όταν αυτός που βγαίνει μπροστά είναι ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, τότε τα πράγματα αποκτούν άλλη διάσταση.
Ο Τζέι Ντι Βανς, σύμφωνα με όσα του αποδίδονται σε ανάρτηση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, δεν αναζήτησε δικαιολογίες. Έδειξε ευθέως τον πόλεμο με το Ιράν ως βασική αιτία της εκλογικής ήττας των Ρεπουμπλικανών.
Και εδώ βρίσκεται όλο το ζουμί.
Ο κόσμος που είχε ψηφίσει Τραμπ το 2024 δεν εξαφανίστηκε. Δεν έμεινε απαραίτητα στο σπίτι του. Πήγε στην κάλπη. Μόνο που ένα κομμάτι του, σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσίασε ο Βανς, αποφάσισε να ψηφίσει τους αντιπάλους του.
Δηλαδή, δεν γύρισε απλώς την πλάτη στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Πήγε και το τιμώρησε.
Και γιατί;
Γιατί ο Αμερικανός πολίτης ψήφισε έναν πρόεδρο που του υποσχέθηκε ότι θα βάλει πρώτα την Αμερική. Όχι ότι θα μπλέξει τη χώρα σε νέες πολεμικές περιπέτειες, την ώρα που η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά και η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Ο Βανς παρουσίασε τέσσερα αιτήματα που, όπως υποστήριξε, προέκυψαν από δυσαρεστημένους ψηφοφόρους: να τελειώσει ο πόλεμος, να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια, να επιστρέψει η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» και να αλλάξει η σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
Τέσσερα μηνύματα. Και όλα χτυπούν στην καρδιά των επιλογών του Λευκού Οίκου.
Γιατί δεν μπορείς να μιλάς διαρκώς για την ευημερία του αμερικανικού λαού και την ίδια ώρα να ζητάς από αυτόν να πληρώνει το οικονομικό και πολιτικό κόστος μιας πολεμικής σύγκρουσης.
Δεν μπορείς να υπόσχεσαι ότι θα τελειώσεις τους πολέμους και να βρίσκεσαι αντιμέτωπος με την οργή ψηφοφόρων που θεωρούν ότι τους οδήγησες σε έναν ακόμη.
Και κυρίως, δεν μπορείς να θεωρείς δεδομένο τον κόσμο που σε ανέβασε στην εξουσία.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος του Τραμπ. Η πεποίθηση ότι η προσωπική του επιρροή αρκεί για να καλύψει τα πάντα. Ότι όποια απόφαση κι αν πάρει, η βάση του θα συνεχίσει να τον ακολουθεί.
Μόνο που η πολιτική δεν λειτουργεί έτσι.
Ο ίδιος ο Βανς, μάλιστα, φέρεται να αναγνώρισε στους απογοητευμένους ψηφοφόρους ότι είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως την κυβέρνηση.
«Μας τα λέγατε», ήταν ουσιαστικά το μήνυμά του.
Και αυτή είναι μια παραδοχή με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Γιατί σημαίνει ότι οι προειδοποιήσεις υπήρχαν, η δυσαρέσκεια ήταν γνωστή, αλλά η κυβερνητική πολιτική δεν άλλαξε εγκαίρως.
Τώρα αρχίζει η αναζήτηση ευθυνών. Ποιος φταίει, ποιος έκανε λάθος εκτίμηση, ποιος δεν άκουσε την κοινωνία.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από κανέναν. Και αυτό είναι ο Ντόναλντ Τραμπ.
Εκείνος είναι ο πρόεδρος. Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο. Εκείνος επέλεξε να ταυτίσει την πολιτική του με το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική».
Και τώρα καλείται να εξηγήσει γιατί, σύμφωνα με την ίδια τη ρεπουμπλικανική ανάλυση που επικαλείται ο αντιπρόεδρός του, ένα μέρος των ανθρώπων που τον πίστεψαν αισθάνεται προδομένο.
Ο Τραμπ παραμένει ισχυρός. Κανείς δεν μπορεί να τον ξεγράψει πολιτικά.
Αλλά υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να είσαι ισχυρός και στο να πιστεύεις ότι είσαι ανεξέλεγκτος.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο λογαριασμός έρχεται. Και αυτή τη φορά, σύμφωνα με όσα παραδέχεται ο ίδιος ο Βανς, τον έστειλαν στον Τραμπ οι δικοί του ψηφοφόροι.

