Να λέμε και καμιά αλήθεια. Γιατί έχουμε χορτάσει από αναλύσεις, ιδεολογίες, πολιτικές θεωρίες και μεγάλες κουβέντες.
Ο κόσμος δεν ζει με τα παραμύθια. Με λεφτά ζει.
Στην Αμερική, όταν έρχεται η ώρα της κάλπης, ο πολίτης κοιτάζει πρώτα απ’ όλα την τσέπη του. Πόσα βγάζει, πόσα του μένουν, πόσο πληρώνει το σπίτι, τη βενζίνη, το σούπερ μάρκετ. Αν περνάει καλύτερα ή αν έχει φτάσει να μετράει και το τελευταίο δολάριο.
Δεν σημαίνει ότι δεν τον ενδιαφέρουν και άλλα πράγματα. Αλλά η οικονομία είναι από τα πρώτα που βάζει στον λογαριασμό.
Εμείς εδώ έχουμε άλλη τρέλα.
Ο ένας ψηφίζει γιατί είναι δεξιός από τον παππού του. Ο άλλος γιατί είναι αριστερός από την κούνια. Ο τρίτος γιατί μισεί τον απέναντι. Ο τέταρτος γιατί του έταξαν μια θεσούλα. Και ο πέμπτος γιατί ακόμα πιστεύει ότι ο πολιτικός που βλέπει στην τηλεόραση θα του αλλάξει τη ζωή.
Και κάπως έτσι περνάνε τα χρόνια.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, τα πρόσωπα αλλάζουν, τα συνθήματα αλλάζουν, αλλά ο λογαριασμός στο τέλος του μήνα παραμένει ο ίδιος. Και πολλές φορές χειρότερος.
Το ενοίκιο στον Θεό. Το σούπερ μάρκετ φωτιά. Το ρεύμα να σου κόβει τα πόδια. Και ο μισθός να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Και εμείς τι κάνουμε;
Τσακωνόμαστε για τα κόμματα. Σκοτωνόμαστε στα καφενεία και στα social media. Υπερασπιζόμαστε πολιτικούς λες και είναι συγγενείς μας. Λες και θα έρθουν αύριο το πρωί να μας πληρώσουν τη ΔΕΗ.
Το ακόμα πιο εξοργιστικό;
Έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικό ότι ένας άνθρωπος δουλεύει ολόκληρη μέρα και δεν μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς.
Να δουλεύει και να μην του μένουν λεφτά. Να θέλει να βγει ένα βράδυ και να το σκέφτεται δέκα φορές. Να θέλει να κάνει οικογένεια και να βάζει κάτω χαρτί και μολύβι για να δει αν τον παίρνει.
Και από πάνω να του ζητάνε να κάνει υπομονή.
Πόση υπομονή πια;
Μια ζωή υπομονή. Μια ζωή θυσίες. Μια ζωή υποσχέσεις ότι έρχονται καλύτερες μέρες.
Και οι καλύτερες μέρες όλο έρχονται και ποτέ δεν φτάνουν.
Δεν λέω να μη μας ενδιαφέρει η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, τα δικαιώματα. Φυσικά και πρέπει να μας ενδιαφέρουν.
Αλλά μην τρελαθούμε κιόλας.
Δεν γίνεται να μιλάς όλη μέρα για το καλό της ανθρωπότητας και να μην μπορείς να πληρώσεις το νοίκι σου.
Και κυρίως, δεν γίνεται να συνεχίζεις να χειροκροτάς εκείνον που σε έφερε σε αυτή την κατάσταση, μόνο και μόνο επειδή φοράει τη φανέλα του κόμματός σου.
Εδώ είναι όλο το ζουμί.
Η ψήφος δεν είναι κληρονομιά από τον πατέρα σου. Δεν είναι οπαδιλίκι. Δεν είναι ΠΑΟΚ, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός και ΑΕΚ.
Η ψήφος είναι λογαριασμός.
Σε κυβέρνησες; Τι έκανες για μένα; Μου ανέβασες το εισόδημα; Μου έκανες τη ζωή ευκολότερη; Μπορώ να ζήσω καλύτερα από πριν;
Αν όχι, γιατί να σε ξαναψηφίσω;
Τόσο απλά. Τόσο πεζοδρόμιο.
Γιατί όσο εμείς συνεχίζουμε να ψηφίζουμε με το συναίσθημα, το κόμμα και την οικογενειακή παράδοση, κάποιοι θα συνεχίζουν να κάνουν καριέρα πάνω στις δικές μας πλάτες.
Και στο τέλος θα έχουμε πάλι τους ίδιους να μας εξηγούν πόσο καλά πηγαίνει η οικονομία.
Την ώρα που εμείς θα ψάχνουμε να βρούμε πώς θα βγάλουμε τον μήνα.
Γιατί η ανάπτυξη που δεν φτάνει στην τσέπη του κόσμου είναι ωραία μόνο στα χαρτιά. Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ δεν περνάει.

