Τέσσερα χρόνια μακριά από τη νυχτερινή Θεσσαλονίκη. Για άλλους, ένα τέτοιο διάστημα μπορεί να αποδειχθεί αρκετό για να αλλάξουν οι ισορροπίες, να χαθεί η επαφή με το κοινό, να ξεθωριάσει ακόμη και μια μεγάλη επιτυχία. Για τον Νίκο Βέρτη, όμως, όπως αποδείχθηκε, ο χρόνος δεν λειτούργησε έτσι.
Και μεταξύ μας, ποιος περίμενε κάτι διαφορετικό;
Ο Βέρτης δεν πήγε φέτος στη Θεσσαλονίκη για να συστηθεί από την αρχή. Ούτε για να μετρήσει δυνάμεις σε μια αγορά που δεν γνωρίζει. Επέστρεψε σε μια πόλη με την οποία έχει ανοιχτούς λογαριασμούς αγάπης εδώ και πολλά χρόνια. Μια πόλη που τον στήριξε, τον αποθέωσε και εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει σαν δικό της άνθρωπο.
Γι’ αυτό και η επιστροφή του στην Πύλη Αξιού είχε από την πρώτη στιγμή όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Και εξελίχθηκε.
Οι εμφανίσεις του γνώρισαν τεράστια ανταπόκριση, τα sold out διαδέχονταν το ένα το άλλο και η ζήτηση έφερε παρατάσεις. Όχι επειδή έπρεπε να συντηρηθεί επικοινωνιακά ένα επιτυχημένο εγχείρημα, αλλά επειδή υπήρχε κόσμος που ήθελε να τον δει.
Και τώρα φτάνουμε στο τελευταίο κεφάλαιο.
Πέντε εμφανίσεις απομένουν για να πέσει η αυλαία. Στις 23 και 24 Οκτωβρίου τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί, για τις 25 Οκτωβρίου απομένουν περιορισμένες θέσεις, ενώ στις 30 και 31 Οκτωβρίου θα πραγματοποιηθούν οι δύο επιπλέον βραδιές, με την τελευταία να αποτελεί και το μεγάλο φινάλε.

Το σημαντικότερο, πάντως, δεν είναι ο αριθμός των sold out. Είναι αυτό που κρύβεται πίσω τους.
Ο κόσμος της Θεσσαλονίκης δεν πήγε απλώς να ακούσει τον Βέρτη. Πήγε να ξανασυναντήσει έναν καλλιτέχνη με τον οποίο έχει μοιραστεί αμέτρητες νύχτες. Και αυτή είναι μια διαφορά που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε αφίσες και διαφημιστικές καμπάνιες.
Γιατί η πραγματική δύναμη ενός τραγουδιστή φαίνεται και όταν επιστρέφει. Όταν έχουν περάσει χρόνια, όταν οι συνήθειες έχουν αλλάξει, όταν ο ανταγωνισμός έχει μεγαλώσει και παρ’ όλα αυτά ο κόσμος εξακολουθεί να τον περιμένει.
Ο Νίκος Βέρτης το πέτυχε.
Και η Πύλη Αξιού δεν φιλοξένησε απλώς μια επιτυχημένη σειρά εμφανίσεων. Φιλοξένησε την επιβεβαίωση μιας σχέσης που, ακόμη και ύστερα από τέσσερα χρόνια απόστασης, δεν έχασε τίποτα από τη δύναμή της.





