Οι «μπροστινοί» στην εστίαση και τη νύχτα – Πριν τους καταδικάσουμε όλους, ας δούμε ποιος τους έφερε μέχρι εδώ

Το τελευταίο διάστημα, η μία υπόθεση διαδέχεται την άλλη. Έλεγχοι της ΑΑΔΕ, παρεμβάσεις των οικονομικών αρχών, εκατομμύρια ευρώ σε οφειλές προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ, επιχειρήσεις εστίασης και νυχτερινής διασκέδασης που εμφανίζονται να λειτουργούν με τους λεγόμενους «μπροστινούς».

Στα χαρτιά ιδιοκτήτης ή διαχειριστής εμφανίζεται κάποιος άλλος. Ένας ηλικιωμένος, ένας συγγενής, ένας οικονομικά αδύναμος άνθρωπος, ενδεχομένως κάποιος αλλοδαπός. Στην πραγματικότητα, όμως, το μαγαζί μπορεί να το ελέγχει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Δεν μιλάμε για φήμες. Τον Φεβρουάριο του 2026, η ΑΑΔΕ ανακοίνωσε τον εντοπισμό τριών μεγάλων κυκλωμάτων με συνολικές οφειλές άνω των 24 εκατομμυρίων ευρώ.

Και εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι.

Όποιος στήνει επιχειρήσεις για να εξαπατά το Δημόσιο, να μην πληρώνει εργαζομένους, φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, πρέπει να λογοδοτεί. Τα χρήματα αυτά δεν ανήκουν σε καμία κυβέρνηση. Ανήκουν στην κοινωνία. Στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στις υποδομές, στους πολίτες.

Καμία αντίρρηση.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά. Μια πραγματικότητα που δεν χωράει εύκολα στα δελτία Τύπου των ελεγκτικών μηχανισμών.

Γιατί δεν είναι όλοι όσοι καταφεύγουν σε τέτοιες πρακτικές απαραίτητα μεγαλοαπατεώνες που ζουν μέσα στη χλιδή και πλουτίζουν εις βάρος του κράτους.

Υπάρχει και μια κατηγορία επιχειρηματιών που έχει φτάσει στα οικονομικά της όρια. Που χρωστάει παντού. Που βλέπει τις υποχρεώσεις να τρέχουν και το ταμείο να μην ακολουθεί. Που προσπαθεί να κρατήσει ένα μαγαζί ανοιχτό, έστω και επιλέγοντας έναν παράνομο δρόμο.

Δεν τους δικαιολογούμε. Προσπαθούμε, όμως, να καταλάβουμε πώς έφτασαν εκεί.

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα για την κυβέρνηση.

Έχει αναρωτηθεί κανείς πόσο πραγματικά κοστίζει σήμερα να κρατήσεις ένα εστιατόριο, ένα μπαρ ή ένα νυχτερινό κέντρο ανοιχτό;

Ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, μισθοδοσία, ασφαλιστικές εισφορές, προμηθευτές, φορολογία, λειτουργικά έξοδα. Και απέναντι σε όλα αυτά, ένας πελάτης που έχει περιορίσει τις εξόδους του, που μετράει τα χρήματά του και που πολλές φορές δεν μπορεί να στηρίξει την αγορά όπως παλαιότερα.

Η εστίαση και η νυχτερινή διασκέδαση περνούν μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Και δεν είναι μόνο θέμα αίσθησης της αγοράς. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 αποτυπώνουν την πίεση στον τζίρο της εστίασης.

Και ας μη γελιόμαστε. Ένα γεμάτο μαγαζί το Σάββατο δεν σημαίνει απαραίτητα μια κερδοφόρα επιχείρηση στο τέλος του μήνα.

Αυτή είναι η μεγάλη παρεξήγηση.

Βλέπουμε κόσμο, μουσική, τραπέζια, λουλούδια, κατανάλωση και θεωρούμε ότι όλοι βγάζουν χρήματα. Δεν βλέπουμε, όμως, τι μένει όταν σβήσουν τα φώτα και αρχίσουν οι πληρωμές.

Μήπως, λοιπόν, πίσω από ένα μέρος αυτής της παραβατικότητας κρύβεται και μια επιχειρηματική ασφυξία που το ίδιο το κράτος αρνείται να αντιμετωπίσει;

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι παρανομούν από ανάγκη. Ούτε ότι η οικονομική δυσκολία δίνει σε κάποιον το δικαίωμα να χρησιμοποιεί άλλους ανθρώπους ως ασπίδα απέναντι στις υποχρεώσεις του.

Άλλο ο οργανωμένος απατεώνας που δημιουργεί διαδοχικά εταιρείες για να αφήνει χρέη και άλλο ο επιχειρηματίας που βρίσκεται σε αδιέξοδο και αναζητά απεγνωσμένα τρόπο να συνεχίσει. Η πράξη μπορεί να παραμένει παράνομη, αλλά τα αίτια δεν είναι πάντοτε ίδια.

Και το κράτος οφείλει να εξετάζει και τα αίτια, όχι μόνο τις συνέπειες.

Γιατί, αν μια επιχείρηση είναι υγιής, αν έχει δουλειά, αν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές κέρδος στον ιδιοκτήτη της, ποιος είναι ο λόγος να διακινδυνεύσει τα πάντα;

Βεβαίως, κάποιοι θα το κάνουν ακόμη και τότε. Γιατί η απληστία δεν έχει όρια.

Αλλά δεν είναι αυτή ολόκληρη η εικόνα.

Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι μόνο πόσους «μπροστινούς» θα ανακαλύψουν οι αρχές. Είναι πόσες επιχειρήσεις θα καταφέρουν να λειτουργούν νόμιμα, χωρίς να πνίγονται οικονομικά.

Χρειάζονται ουσιαστικές ρυθμίσεις οφειλών, ένα πιο βιώσιμο πλαίσιο εισφορών, αντιμετώπιση του λειτουργικού κόστους και πραγματική στήριξη των επιχειρήσεων που θέλουν να παραμείνουν συνεπείς.

Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε συλλήψεις, λουκέτα, χρέη και νέες εταιρείες να εμφανίζονται στη θέση των παλιών.

Και η κυβέρνηση θα πανηγυρίζει για την πάταξη της φοροδιαφυγής, την ώρα που ένα κομμάτι της πραγματικής οικονομίας θα εξακολουθεί να ασφυκτιά.

Γιατί η παρανομία πρέπει να τιμωρείται. Αλλά μια σοβαρή Πολιτεία δεν αρκείται στην τιμωρία. Φροντίζει και να μη μετατρέπεται η νομιμότητα σε οικονομικό αδιέξοδο για εκείνον που προσπαθεί να επιβιώσει.

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα.

Και κάποια στιγμή, καλό θα ήταν να αρχίσουμε να τη συζητάμε.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ