Το μεγαλύτερο έγκλημα δεν είναι πάντα αυτό που βλέπουμε στις ειδήσεις. Δεν είναι απαραίτητα μια ληστεία, ένα σπασμένο χρηματοκιβώτιο ή μερικά εκατομμύρια που έκαναν φτερά.
Υπάρχουν και εγκλήματα που δεν αφήνουν πίσω τους σπασμένες πόρτες. Αφήνουν σπασμένους ανθρώπους.
Και αυτά είναι τα πιο επικίνδυνα.
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, μέσα από το «Ριφιφί», δεν έφτιαξε απλώς μια αστυνομική σειρά με αφορμή τη διαβόητη ληστεία τραπεζικών θυρίδων του 1992. Έβαλε το μαχαίρι σε μια πληγή που η ελληνική κοινωνία κουβαλά εδώ και δεκαετίες.
Την πληγή της αδικίας, της εγκατάλειψης και της χαμένης αξιοπρέπειας.
Και το πιο ανατριχιαστικό δεν είναι η ληστεία. Είναι ότι, παρακολουθώντας τη σειρά, πιάνεις τον εαυτό σου να βρίσκεται στην πλευρά εκείνων που παρανομούν.
Όχι επειδή δικαιολογείς την παρανομία. Αλλά επειδή καταλαβαίνεις πώς ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει στο σημείο να μην έχει τίποτα άλλο να χάσει.
Και ας μιλήσουμε καθαρά.
Αν αύριο μαθαίναμε ότι μια μεγάλη τράπεζα κατέρρευσε, πόσοι θα στενοχωριούνταν πραγματικά για τους μεγαλομετόχους της;
Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο βαθιά έχει τραυματιστεί η σχέση της κοινωνίας με εκείνους που κρατούν στα χέρια τους το χρήμα και την εξουσία.
Ο Έλληνας έχει περάσει μνημόνια, περικοπές, φόρους, ακρίβεια και ανασφάλεια. Έχει δει περιουσίες να χάνονται, οικογένειες να διαλύονται και νέους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τη χώρα.
Και την ίδια στιγμή βλέπει σκάνδαλα, ευθύνες να χάνονται στη διαδρομή και ισχυρούς να συνεχίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Αν καθυστερήσει ο απλός πολίτης μια υποχρέωση, οι συνέπειες έρχονται αμέσως. Όταν όμως οι ευθύνες βρίσκονται ψηλότερα, πολλές φορές αρχίζει ένας ατελείωτος χορός δικαιολογιών.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί ο κόσμος έχει θυμώσει.
Το «Ριφιφί» αγγίζει ακριβώς αυτό το σημείο. Δεν σου ζητά να χειροκροτήσεις τον εγκληματία. Σε αναγκάζει, όμως, να αναρωτηθείς τι έχει προηγηθεί για να φτάσει ένας άνθρωπος στην απόγνωση.
Γιατί όταν μια κοινωνία αρχίζει να βλέπει τον παράνομο ως ήρωα και τον θεσμό ως εχθρό, τότε κάτι έχει σαπίσει πολύ βαθύτερα από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η λύση βρίσκεται στην αυτοδικία. Ο νόμος της ζούγκλας δεν μπορεί να αποτελέσει απάντηση στην κοινωνική αδικία.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να μη φτάνει ο πολίτης να αναζητά δικαίωση μέσα από την παρανομία, επειδή έχει πάψει να πιστεύει ότι μπορεί να τη βρει μέσα από τους θεσμούς.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας.
Ότι μάθαμε να ζούμε με πράγματα που κάποτε θα μας είχαν βγάλει στους δρόμους.
Να ακούμε, να αγανακτούμε για λίγο και την επόμενη ημέρα να συνεχίζουμε σαν να μη συνέβη τίποτα.
Και κάπως έτσι, η ελπίδα φεύγει αθόρυβα.
Χωρίς κουκούλες. Χωρίς όπλα. Χωρίς να χρειαστεί κανείς να ανοίξει μια τραπεζική θυρίδα.
Αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο «ριφιφί».
Γιατί τα χρήματα μπορεί κάποτε να τα ξαναβγάλεις. Τα χρόνια που έχασες, όμως, δεν επιστρέφουν. Ούτε τα όνειρα που εγκατέλειψες.
Και το ερώτημα που αφήνει πίσω της η σειρά είναι πολύ πιο σκληρό από το ποιος έκλεψε ποιον.
Πόσο υγιής μπορεί να παραμείνει ένας άνθρωπος μέσα σε μια κοινωνία που έχει αρρωστήσει;
Και πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει όταν αρχίζει να πιστεύει ότι η δικαιοσύνη είναι προνόμιο των λίγων;
Γιατί το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι να χάσει ένας άνθρωπος τα χρήματά του. Είναι να χάσει την πίστη του ότι αύριο μπορεί να ζήσει καλύτερα από σήμερα.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

