Νίκος Γρυπάρης: Ο άνθρωπος πίσω από το Caprice και το Sea Satin – Όταν η Μύκονος έχτιζε τον μύθο της

ΝΥΧΤΟΣΚΟΠΙΟ – FLASHBACK

Πριν η Μύκονος γεμίσει luxury beach clubs, διεθνή brands, VIP τραπέζια χιλιάδων ευρώ και υπερπαραγωγές που ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο μέσω των social media, υπήρξε μια διαφορετική εποχή.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Μια εποχή πιο αυθεντική, πιο αυθόρμητη και –για όσους την έζησαν– ανεπανάληπτη.

Και μέσα σε αυτή την εποχή, ένα από τα πρόσωπα που έγραψαν τη δική τους ιστορία ήταν ο Νίκος Γρυπάρης.

Το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγα με δύο μαγαζιά που δεν αποτέλεσαν απλώς επιχειρήσεις της Μυκόνου. Έγιναν κομμάτι του ίδιου του μύθου του νησιού: το Caprice και το Sea Satin.

Όλα ξεκίνησαν από το Caprice

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη Μικρή Βενετία, γεννήθηκε το Caprice.

Πηγές της εποχής τοποθετούν το άνοιγμά του το 1984, με τον Νίκο Γρυπάρη να δημιουργεί ένα μαγαζί που πολύ γρήγορα θα ξεπερνούσε τα στενά όρια ενός ακόμη μυκονιάτικου bar.

Δεν χρειαζόταν τεράστιους χώρους ούτε τη σημερινή λογική της υπερπαραγωγής.

Είχε το ηλιοβασίλεμα της Μικρής Βενετίας, ιδιαίτερη αισθητική, λουλούδια, καναπέδες που αποτελούσαν το καλύτερο «τραπέζι» του μαγαζιού και, κυρίως, ανθρώπους που γνώριζαν τους πελάτες τους. Δημοσιεύματα για την ιστορία του Caprice περιγράφουν ένα service τόσο προσωπικό, ώστε οι άνθρωποι του μαγαζιού γνώριζαν τι έπιναν οι θαμώνες πριν ακόμη παραγγείλουν.

Κάπως έτσι χτίζονται οι θρύλοι.

Το Caprice εξελίχθηκε σε σημείο συνάντησης Ελλήνων και ξένων celebrities, επιχειρηματιών και ανθρώπων της διεθνούς κοσμικής ζωής. Από εκεί πέρασαν, μεταξύ άλλων, ο Κέβιν Κόστνερ, ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ο Ματ Ντέιμον, ενώ δημοσιεύματα αναφέρουν ότι είχε βρεθεί ακόμη και σε λίστα του Newsweek με κορυφαία bars παγκοσμίως.

Ήταν η Μύκονος πριν από τα Instagram stories.

Και παρ’ όλα αυτά, όσα συνέβαιναν εκεί ταξίδευαν από στόμα σε στόμα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Και μετά ήρθε το Sea Satin

Η δεύτερη πράξη της ιστορίας γράφτηκε λίγα μέτρα πιο πέρα, κάτω από τους περίφημους ανεμόμυλους της Αλευκάντρας.

Η ιστορία του χώρου του Sea Satin είναι πιο σύνθετη από το «άνοιξε δύο χρόνια μετά». Η ίδια η σημερινή επιχείρηση τοποθετεί τις απαρχές του Sea Satin Market στο 1990, όταν λειτουργούσε αρχικά ως ημερήσιο market με προϊόντα, κεραμικά και ξένο Τύπο, πριν εξελιχθεί σταδιακά σε χώρο πρωινού και στη συνέχεια σε εστιατόριο.

Η πραγματική απογείωση, όμως, ήρθε αργότερα.

Σύμφωνα με αναδρομικά δημοσιεύματα, γύρω στο 1997 ο Γρυπάρης έβαλε στο παιχνίδι τον Μίμη Φούκα και η μέχρι τότε απλή νησιώτικη ταβέρνα άρχισε να μεταμορφώνεται. Άλλαξε η παρουσίαση, άλλαξε η ατμόσφαιρα και οι αρχικά λίγες δεκάδες καρέκλες άρχισαν να φιλοξενούν όλο και περισσότερα γνωστά πρόσωπα.

Και τότε συνέβη κάτι που δύσκολα σχεδιάζεται σε κάποιο business plan:

το εστιατόριο μετατράπηκε σε γλέντι.

Τα τραπέζια έπαψαν να είναι μόνο για φαγητό. Η μουσική ανέβαινε, οι σαμπάνιες άνοιγαν και η διασκέδαση μπορούσε να συνεχίζεται μέχρι την επόμενη ημέρα. Η ίδια η ιστορία του Sea Satin περιγράφει το table dancing ως στοιχείο εκείνων των ξέφρενων βραδιών που δημιούργησαν μια καινούργια παράδοση στη μυκονιάτικη διασκέδαση.

Ήταν μια άλλη Ελλάδα.

Ήταν τα χρόνια της οικονομικής ευφορίας και αργότερα της χρηματιστηριακής έκρηξης, όταν στο Sea Satin συγκεντρωνόταν ένα κομμάτι της επιχειρηματικής και κοσμικής Αθήνας και η υπερβολή αποτελούσε μέρος του παιχνιδιού.

Ο Γρυπάρης δεν πουλούσε μόνο τραπέζια – πουλούσε Μύκονο

Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο κομμάτι αυτής της ιστορίας.

Το Caprice και το Sea Satin δεν έγιναν θρυλικά επειδή κάποιος επένδυσε απλώς πολλά χρήματα.

Δημιούργησαν τρόπο διασκέδασης.

Αυτό που σήμερα θεωρούμε σχεδόν δεδομένο στη Μύκονο –να ξεκινάς για φαγητό και ξαφνικά ολόκληρο το εστιατόριο να μετατρέπεται σε πάρτι– εκείνη η γενιά επιχειρηματιών το έχτιζε στην πράξη.

Και ο Νίκος Γρυπάρης βρέθηκε στην πρώτη γραμμή αυτής της εποχής.

Μαζί του, βέβαια, καθοριστική παρουσία στην ιστορία των δύο επιχειρήσεων υπήρξε και η τότε σύζυγός του Μέλπω Τσούκαλη. Παλιοί Μυκονιάτες και δημοσιεύματα της εποχής τής αποδίδουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και στην επιτυχία τόσο του Caprice όσο και του Sea Satin.

Από την κορυφή στην ανατροπή

Όμως οι ιστορίες της νύχτας σπάνια είναι μόνο λάμψη.

Μετά από χρόνια μεγάλης επιτυχίας ήρθαν οι δυσκολίες.

Το διαζύγιο του Νίκου Γρυπάρη και της Μέλπως Τσούκαλη εξελίχθηκε και σε σκληρή επιχειρηματική και δικαστική διαμάχη. Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, η Τσούκαλη εξασφάλισε τελικά τη χρήση των εμπορικών ονομασιών Caprice και Sea Satin, ενώ αργότερα τα δικαιώματα των δύο brands πέρασαν στην πλευρά του Nammos.

Ο Γρυπάρης προσπάθησε να συνεχίσει.

Ο παλιός χώρος του Caprice πέρασε στον γιο του και μετονομάστηκε σε Baos, ενώ ο ίδιος επιχείρησε να ξαναστήσει το Caprice σε διπλανό ακίνητο. Η παλιά δυναμική, όμως, δεν επέστρεψε ποτέ στον ίδιο βαθμό.

Ακολούθησαν οικονομικές περιπέτειες και πλειστηριασμοί ακινήτων, ολοκληρώνοντας με έναν σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο την πορεία ενός ανθρώπου που είχε γνωρίσει τη Μύκονο στις πιο ξέφρενες εποχές της.

Αυτό όμως που μένει δεν είναι οι πλειστηριασμοί

Γιατί όταν γράφεις ένα flashback για τη νύχτα, στο τέλος δεν μετράς μόνο ποιος κέρδισε και ποιος έχασε.

Μετράς τι άφησε πίσω του.

Και ο Νίκος Γρυπάρης άφησε δύο ονόματα που, δεκαετίες αργότερα, εξακολουθούν να προκαλούν αναμνήσεις.

Caprice. Sea Satin.

Δύο διαφορετικά μαγαζιά, δύο διαφορετικές στιγμές της ημέρας, αλλά ένα κοινό DNA: εκείνη την παλιά Μύκονο που δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει πολύ για να αποδείξει ότι ήταν κοσμοπολίτικη.

Γιατί τότε η Μύκονος δεν είχε ακόμη μετατραπεί στη βιομηχανία δισεκατομμυρίων που γνωρίζουμε σήμερα.

Τότε χτιζόταν ο μύθος της.

Και ο Νίκος Γρυπάρης ήταν ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί όταν αυτός ο μύθος γραφόταν.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

(φώτο από το protothema.gr)

ΠΡΟΣΦΑΤΑ