Αν οι δρόμοι μπορούσαν να μιλήσουν, κάποιοι στον Βαρδάρη θα είχαν πολλά να πουν.
Και ίσως ακόμη περισσότερα να μην μπορούσαν να γραφτούν.
Γιατί πίσω από παλιές προσόψεις, κλειστά ισόγεια και ξεθωριασμένες επιγραφές κρύβεται ένα κομμάτι της Θεσσαλονίκης που για δεκαετίες έγραφε τη δική του ιστορία όταν έπεφτε το σκοτάδι.
Η ιστορία των «κόκκινων φαναριών».
Αφορμή για να γυρίσουμε το ρολόι πίσω μάς έδωσε το ιδιαίτερα ενδιαφέρον αφιέρωμα του TheOpinion.gr, που δημοσιεύτηκε με αφορμή την ειδική έκδοση «Έρωτας», με κείμενο της Ευφροσύνης Καζεπίδου και τη συμβολή του Γιώργου Τσιτιρίδη.
Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο προέρχονται από το TheOpinion.gr και το φωτορεπορτάζ του Χρήστου Δημητρίου.
Και η ιστορία έχει πραγματικό ενδιαφέρον.
Γιατί ο Βαρδάρης δεν ήταν απλώς μια περιοχή όπου λειτουργούσαν οίκοι ανοχής.
Ήταν ένα ολόκληρο οικοσύστημα της νύχτας.
Λιμάνι, σιδηροδρομικός σταθμός, ΚΤΕΛ, εργάτες, οδηγοί, ταξιδιώτες, καμπαρέ, ξενοδοχεία, ερωτικά σινεμά, μπαρ και φυσικά τα περίφημα σπίτια με τα κόκκινα φωτάκια.
Όλα μέσα σε λίγα οικοδομικά τετράγωνα.
Και όλα μαζί δημιουργούσαν έναν Βαρδάρη που δεν κοιμόταν σχεδόν ποτέ.
Η σχέση της περιοχής με τον αγοραίο έρωτα πηγαίνει πολύ πίσω. Στα τέλη του 19ου αιώνα η περίφημη Μπάρα είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη της «αμαρτωλής» συνοικίας, ενώ κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η παρουσία χιλιάδων στρατιωτών στη Θεσσαλονίκη εκτόξευσε τη δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές που παρουσιάζει το ρεπορτάζ, περίπου 3.000 γυναίκες από ολόκληρη την Ευρώπη βρίσκονταν τότε στα στενά της περιοχής.
Τα χρόνια πέρασαν.
Ο Βαρδάρης, όμως, παρέμενε Βαρδάρης.
Και όσοι γνώρισαν τη νυχτερινή Θεσσαλονίκη προηγούμενων δεκαετιών θυμούνται ονόματα όπως Σεχραζάτ, «Άγγελοι του Τσάρλι», Belamie, αλλά και το περίφημο πατσατζίδικο «Μέγας Αλέξανδρος».
Ήταν μια εντελώς διαφορετική εποχή.
Δικηγόροι και εργαζόμενοι το πρωί. Ταξιδιώτες και οδηγοί όλη την ημέρα. Παρέες νεαρών το βράδυ. Καμπαρέ, ερωτικά σινεμά, γκέι μπαρ, τρανς πιάτσες και «σπίτια» όταν έπεφτε η νύχτα.
Διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνταν στην ίδια γειτονιά.
Κάποια στιγμή, όμως, άρχισε η μεγάλη ανατροπή.
Από τη δεκαετία του ’90 και κυρίως μετά το 2000, η απομάκρυνση των ΚΤΕΛ, τα νέα ξενοδοχεία, οι επενδύσεις και η ανάπτυξη της δυτικής εισόδου άρχισαν να ξηλώνουν, κομμάτι-κομμάτι, αυτή την πραγματικότητα.
Τα ερωτικά σινεμά έκλεισαν.
Πολλά από τα παλιά «σπίτια» εξαφανίστηκαν ή μετατράπηκαν σε αποθήκες, καταστήματα και διαμερίσματα.
Ο αγοραίος έρωτας, βέβαια, δεν τελείωσε.
Άλλαξε διεύθυνση.
Μετακινήθηκε δυτικότερα. Προς τη Γιαννιτσών, τα Σφαγεία, τη Μοναστηρίου και τους γύρω δρόμους.
Εκεί όπου ακόμη και σήμερα, όταν πέσει το σκοτάδι, η εικόνα είναι διαφορετική. Ανάβουν τα νέον, ανοίγουν τα studios και ένας παράλληλος κόσμος ξεκινά τη δική του βάρδια.
Μια πραγματικότητα που μπορεί να βρίσκεται λίγα μόλις λεπτά από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, αλλά λειτουργεί με τους δικούς της ρυθμούς και τους δικούς της άγραφους κανόνες.
Ο Βαρδάρης έχει αφήσει πλέον μεγάλο μέρος εκείνης της ζωής πίσω του.
Όχι, όμως, και τις ιστορίες της.
Γιατί μπορεί τα κόκκινα φωτάκια να έσβησαν από πολλές πόρτες.
Μπορεί οι παλιές επιγραφές να κατέβηκαν και τα στέκια μιας άλλης εποχής να έγιναν κάτι εντελώς διαφορετικό.
Όμως υπάρχουν πράγματα που μια πόλη δεν μπορεί να σβήσει τόσο εύκολα.
Και αν κάποιος ξέρει να κοιτάζει πίσω από τη σημερινή βιτρίνα, θα τα βρει ακόμη εκεί.
Ο παλιός, αμαρτωλός Βαρδάρης είναι ένα από αυτά.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ





