Τότε που οι τραγουδιστές ήταν άνθρωποι της πιάτσας – και τώρα που κάποιοι νομίζουν ότι είναι θεοί

Υπήρχε μια άλλη εποχή στη νύχτα.
Μια εποχή πιο αληθινή, πιο ζεστή, πιο ανθρώπινη.

Τότε που οι τραγουδιστές δεν κουβαλούσαν πάνω τους αυτό το βαρύ σύννεφο της δήθεν ανωτερότητας. Δεν έμπαιναν στο μαγαζί λες και καταφτάνει κάποιο υπερφυσικό ον. Δεν ήθελαν να πείσουν κανέναν ότι είναι κάτι έξω από τον κόσμο. Ήταν μέσα στον κόσμο. Και γι’ αυτό ο κόσμος τους αγαπούσε πραγματικά.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Οι παλιοί έμπαιναν από την κεντρική είσοδο.
Χαιρετούσαν.
Μιλούσαν.
Έσφιγγαν χέρια.
Έλεγαν μια καλησπέρα στον σερβιτόρο, μια κουβέντα στον λουλουδά, ένα χαμόγελο στον παρκαδόρο, μια καλή κουβέντα στο προσωπικό. Δεν θεωρούσαν κανέναν “μικρό”. Ήξεραν ότι η νύχτα είναι ένα σύνολο ανθρώπων και πως κανένα μαγαζί δεν στήνεται μόνο με τη φίρμα στην πίστα.

Και το πιο σημαντικό;
Είχαν συναίσθηση.

Ήξεραν ότι ο κόσμος είναι αυτός που τους πληρώνει.
Ο κόσμος είναι αυτός που γεμίζει τα τραπέζια.
Ο κόσμος είναι αυτός που πετάει τα λουλούδια.
Ο κόσμος είναι αυτός που βγάζει από το υστέρημά του για να πάει να τους δει, να τους ακούσει, να τους στηρίξει.

Χωρίς τον κόσμο, δεν θα υπήρχαν πουθενά.
Ούτε φώτα, ούτε αφίσες, ούτε πρώτο όνομα, ούτε κασέ, ούτε καμαρίνια.

Οι παλιοί αυτό δεν το ξεχνούσαν ποτέ. Γι’ αυτό και κουβαλούσαν μια άλλη στόφα. Πιο λαϊκή, πιο γήινη, πιο αληθινή. Και όταν μάθαιναν ότι κάποιος περνάει δύσκολα, δεν στέκονταν απέναντι με παγωμένο βλέμμα, ούτε έκαναν τους αδιάφορους. Έκαναν αυτό που έκανε κάποτε η παλιά νύχτα: άνοιγαν το πορτοφόλι τους αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς να το μάθει κανείς.

Σήμερα όμως, σε πολλές περιπτώσεις, η εικόνα έχει αλλάξει. Και έχει αλλάξει άσχημα.

Σήμερα βλέπεις τραγουδιστές που έχουν τόσο μεγάλη έπαρση, που αν τους ακούσεις λίγο παραπάνω, νομίζεις ότι δεν είναι άνθρωποι της πιάτσας αλλά θεοί που ήρθαν από άλλον πλανήτη. Μιλάνε, κι εκπέμπουν μια αίσθηση ότι όλοι οι υπόλοιποι υπάρχουν απλώς για να υπηρετούν τη δική τους “μεγαλειότητα”. Σαν να μην καταλαβαίνουν πού βρίσκονται. Σαν να μην αντιλαμβάνονται ποιος τους ανέβασε εκεί που είναι.

Υπάρχει μια αλαζονεία που δεν κρύβεται.
Μια απόσταση που δεν είναι κύρος, αλλά ψυχρότητα.
Μια συμπεριφορά που δεν δείχνει αυτοπεποίθηση, αλλά έπαρση.

Δεν δίνουν το άγιο λουνερό.
Δεν δέχονται τον κόσμο στα καμαρίνια.
Δεν βλέπουν το προσωπικό.
Δεν σέβονται πάντα εκείνον που τρέχει για να βγει η βραδιά.
Και πολλές φορές δείχνουν πως το μόνο που πραγματικά τους απασχολεί είναι τα λεφτά.

Λες και η νύχτα είναι μόνο αριθμοί.
Λες και το τραγούδι είναι μόνο συμφωνητικά.
Λες και ο κόσμος είναι απλώς πορτοφόλια με πόδια.

Και κάπου εκεί χάνεται η ουσία.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι έγιναν απόμακροι. Το πρόβλημα είναι ότι ξέχασαν. Ξέχασαν από πού ξεκίνησαν. Ξέχασαν ποιος τους στήριξε. Ξέχασαν ότι η αποθέωση δεν είναι μόνιμη, αν δεν συνοδεύεται από σεβασμό. Ξέχασαν ότι η πίστα σε ανεβάζει, αλλά και σε κατεβάζει. Και όταν φύγει η μόδα, όταν σβήσουν τα φώτα, όταν αλλάξει ο αέρας της αγοράς, εκεί μένει μόνο ο τρόπος με τον οποίο φέρθηκες.

Οι παλιοί άφησαν αποτύπωμα όχι μόνο με τα τραγούδια τους, αλλά και με τη συμπεριφορά τους.
Άφησαν ιστορία γιατί ήξεραν να είναι μεγάλοι χωρίς να το φωνάζουν.
Ήξεραν να είναι πρώτα άνθρωποι και μετά ονόματα.

Σήμερα, αρκετοί θέλουν πρώτα να είναι ονόματα και μετά, αν περισσέψει χώρος, άνθρωποι.

Και εκεί είναι όλη η διαφορά.

Η μεγάλη διαφορά δεν είναι μόνο στο ρεπερτόριο, ούτε στη φωνή, ούτε στο γκελ. Είναι στη νοοτροπία. Στην αίσθηση του μέτρου. Στην επαφή με την πραγματικότητα. Στο αν καταλαβαίνεις ότι η επιτυχία δεν σε κάνει θεό. Σε κάνει απλώς πιο εκτεθειμένο στο να δείξεις ποιος πραγματικά είσαι.

Και η αλήθεια είναι μία:
η νύχτα δεν χτίστηκε από θεούς.
Χτίστηκε από ανθρώπους.

Από ανθρώπους με ταλέντο, με ιδρώτα, με χαρακτήρα, με μπέσα, με επαφή με τον κόσμο. Από ανθρώπους που ήξεραν να κοιτούν στα μάτια και όχι αφ’ υψηλού. Από ανθρώπους που δεν είχαν ανάγκη να κάνουν επίδειξη σπουδαιότητας, γιατί η αξία τους φαινόταν από μόνη της.

Γι’ αυτό και ο κόσμος σήμερα κάνει συγκρίσεις. Και τις κάνει γιατί θυμάται. Θυμάται ποιοι ήταν οι παλιοί. Θυμάται πώς φέρονταν. Θυμάται τη στόφα, την απλότητα, το ήθος της πιάτσας.

Και γι’ αυτό ακριβώς, όταν βλέπει τη σημερινή έπαρση, ξενερώνει.

Γιατί όσο ψηλά κι αν νομίζει κάποιος ότι έχει φτάσει, μία αλήθεια δεν αλλάζει ποτέ:
χωρίς τον κόσμο, δεν είναι τίποτα.

✍️ …διά χειρός Ηλία Τσίπα

ΠΡΟΣΦΑΤΑ