Ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε με μια πίκρα. Με το παράπονο ότι τα τελευταία χρόνια τα ραδιόφωνα δεν του έδιναν τον χώρο που άξιζε στη διαδρομή, στη φωνή και κυρίως στα τραγούδια του.
Ο χρόνος, όμως, ήρθε να δώσει τη δική του απάντηση.
Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, η περίπτωση του Καζαντζίδη αποδεικνύει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη μια μεγάλη αλήθεια της μουσικής:
Το μεγαλύτερο «σύστημα» είναι η αγάπη του λαού.
Γιατί αν ο λαός σε βάλει πραγματικά στην καρδιά του, δεν χρειάζεσαι κανέναν για να σου εξασφαλίσει θέση εκεί.
Δεν χρειάζεσαι ραδιόφωνα για να επιβιώσεις.
Δεν χρειάζεσαι playlists για να θυμούνται τα τραγούδια σου.
Δεν χρειάζεσαι δημόσιες σχέσεις για να περνάει το όνομά σου από γενιά σε γενιά.
Και κυρίως, δεν χρειάζεσαι κάποιον να αποφασίζει πότε είσαι επίκαιρος και πότε έπαψες να είσαι.
Ο Καζαντζίδης είχε κερδίσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από την προβολή.
Είχε κερδίσει μια θέση μέσα στη ζωή του κόσμου.
Τραγούδησε τον άνθρωπο του μεροκάματου. Τον ξενιτεμένο. Τη μάνα. Τον άνθρωπο που αδικήθηκε, που πόνεσε, που ερωτεύτηκε, που έχασε, που έφυγε από την πατρίδα του για να μπορέσει να ζήσει.
Γι’ αυτό και τα τραγούδια του δεν έμειναν απλώς τραγούδια.
Έγιναν προσωπικές ιστορίες.
Έγιναν αναμνήσεις.
Έγιναν κομμάτι της ίδιας της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Και αυτό είναι κάτι που κανένα ραδιόφωνο δεν μπορεί ούτε να σου το χαρίσει ούτε να σου το αφαιρέσει.
Τα χρόνια πέρασαν. Η μουσική άλλαξε. Οι μόδες άλλαξαν. Τα μέσα άλλαξαν. Πρόσωπα που κάποτε κυριαρχούσαν εξαφανίστηκαν και άλλα πήραν τη θέση τους.
Ο Καζαντζίδης, όμως, παρέμεινε.
Και όταν το διαδίκτυο έσπασε τα παλιά στεγανά και ο κόσμος μπορούσε πλέον να αναζητήσει ελεύθερα αυτό που πραγματικά θέλει να ακούσει, αποκαλύφθηκε ξανά η πραγματική δύναμη του «Στελλάρα».
Ο λαός τον έψαξε.
Τον ξαναβρήκε.
Τον άκουσε ξανά.
Και το σημαντικότερο: τον παρέδωσε στις επόμενες γενιές.
Σήμερα τον Καζαντζίδη δεν τον ακούν μόνο εκείνοι που τον έζησαν.
Τον ανακαλύπτουν νεότεροι άνθρωποι, βλέπουν παλιές εμφανίσεις του, ακούν τραγούδια γραμμένα πολλές δεκαετίες πριν και βρίσκουν μέσα σε αυτά κάτι που εξακολουθεί να τους αφορά.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη δικαίωση.
Γιατί μπορεί ένα σύστημα να επηρεάσει ποιος θα ακουστεί περισσότερο για έναν χρόνο.
Μπορεί να δημιουργήσει τάσεις, να προωθήσει πρόσωπα, να γεμίσει τα ραδιόφωνα με συγκεκριμένα τραγούδια.
Δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει έναν λαό να αγαπήσει.
Και ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί να υποχρεώσει έναν λαό να θυμάται.
Αυτό κατακτιέται.
Και ο Καζαντζίδης το είχε κατακτήσει όσο ελάχιστοι.
Γι’ αυτό και η πίκρα με την οποία έφυγε σήμερα μοιάζει ακόμη πιο άδικη. Γιατί εκεί όπου ίσως αισθανόταν αποκλεισμένος, η πραγματική του δύναμη βρισκόταν αλλού.
Όχι σε ένα στούντιο.
Όχι σε μια playlist.
Όχι σε ένα γραφείο που αποφασίζει τι θα παίξει αύριο.
Βρισκόταν μέσα στα σπίτια και στις καρδιές των ανθρώπων.
Αυτό ήταν το δικό του «σύστημα».
Και αποδείχθηκε ισχυρότερο από όλα τα υπόλοιπα.
Γιατί τα ραδιόφωνα μπορούν να σταματήσουν να παίζουν ένα τραγούδι.
Οι εποχές μπορούν να αλλάξουν.
Οι μόδες μπορούν να περάσουν.
Οι μηχανισμοί μπορούν να επιλέξουν τον επόμενο.
Όταν όμως ένας λαός έχει κάνει έναν καλλιτέχνη δικό του, τότε τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Δεν χρειάζεται πλέον κανέναν για να τον κρατήσει ζωντανό. Τον κρατά ζωντανό ο ίδιος ο κόσμος.
Και αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του Στέλιου Καζαντζίδη.
Έφυγε με ένα παράπονο από τα ραδιόφωνα.
Έμεινε όμως εκεί όπου τελικά κρίνονται όλοι.
Στην καρδιά του λαού.
Και από εκεί, τον «Στελλάρα» δεν κατάφερε να τον αποκλείσει ποτέ κανείς.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

