Ο Ηλίας Μαροσούλης γεννήθηκε το 1944 στο Διάσελο, στους νοτιοανατολικούς πρόποδες των Αντιχασίων. Μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, σε μια οικογένεια που πάλευε να σταθεί όρθια.
Το σχολείο δεν τον κέρδισε ποτέ. Μια δημόσια ταπείνωση από δάσκαλο έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του, όπως αποκάλυψε ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης στη βιογραφία που ετοιμάζει.
Στα 11 του κατεβαίνει στην Αθήνα. Δουλεύει από μικρός σε κυλικείο, ως φωτιστής και βοηθός ηλεκτρολόγου — ειδικότητα που θα αγαπήσει και θα εξελίξει. Χαρακτηριστικό δείγμα της επιμονής του, ο ηλεκτρολογικός πίνακας που κατασκεύασε στο θέατρο «Άλσος» λειτουργεί ακόμη.
Το θέατρο γίνεται γρήγορα σημείο αναφοράς. Γίνεται ο άνθρωπος εμπιστοσύνης του Μίκη Θεοδωράκη και με τα πρώτα του χρήματα επενδύει στο θέατρο «Αθηνά». Ακολουθεί το «Δελφινάριο», τότε εκτός κέντρου, όπου μέσα από σκληρές μάχες αποκτά τον έλεγχο και το καθιερώνει με μεγάλες επιθεωρήσεις και συνεργασίες, μεταξύ των οποίων και ο Φώτης Μεταξόπουλος.
Το 1983 μετατρέπει τον κινηματογράφο «Ορφέας» σε θέατρο, επενδύοντας τεράστια ποσά για ηχομόνωση ώστε να συνυπάρχει με το «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν. Η παράσταση «Αλαλούμ Ελλάς» απασχολεί 125 εργαζομένους και το συνολικό κόστος φτάνει τα 80 εκατομμύρια δραχμές.
Σημαντικός σταθμός είναι το «Rex» στην Πανεπιστημίου, που διασώζεται με τη συμβολή της Μελίνας Μερκούρη. Ο Μαροσούλης το ανακατασκευάζει πλήρως και συνεργάζεται με τον Γιάννη Τσαρούχη για τη ζωγραφική της οροφής. Το θέατρο γνωρίζει μεγάλες στιγμές, με παραγωγές που φέρνουν επιρροές από το Λας Βέγκας και ενώνουν καλλιτέχνες που μέχρι τότε δεν συναντιούνταν.
Την ίδια λογική μεταφέρει και στη νύχτα. Επενδύει στο Γκάζι όταν λίγοι πιστεύουν στην περιοχή, ανοίγοντας διαδοχικά χώρους που γράφουν ιστορία: «Γκάζι», «Χάος», «Ιερά Οδός». Συνδυάζει έντεχνο και λαϊκό, γεμίζοντας τα μαγαζιά και αλλάζοντας τον χάρτη της αθηναϊκής διασκέδασης.
Παραμένει παρών κάθε βράδυ, δίνοντας σημασία όχι μόνο στα πρώτα τραπέζια αλλά και σε όσους βρίσκονται πιο πίσω. Απλός στην καθημερινότητά του, μακριά από προβολή, συνεχίζει να δουλεύει αθόρυβα.
Ερχόμαστε στο σήμερα και ανοίγουμε το κεφάλαιο «Nox», τη μετεξέλιξη της «Ιεράς Οδού», που μεταμορφώθηκε σε ένα αληθινό παλάτι για τον Αντώνη Ρέμο.
Κι όπως όλα δείχνουν, ο Μαροσούλης δεν μένει ήσυχος: οι φήμες θέλουν τις μηχανές ήδη σε πλήρη λειτουργία για νέο χώρο στο Βοτανικό, με τη νυχτερινή σκηνή να παρακολουθεί κάθε του κίνηση και να… βουίζει από προσμονή και περιέργεια.
Η πορεία του Ηλία Μαροσούλη παραμένει μια συμπυκνωμένη ιστορία επιμονής, ρίσκου και ουσιαστικής παρουσίας στο θέατρο και τη νύχτα.

