Φτάσαμε στο σημείο να μετράμε ακόμη και τους καφέδες μας. Ναι, στην Ελλάδα του 2026, εκεί που κάποτε έπαιρνες έναν φρέντο στο χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη, σήμερα πρέπει να κάνεις λογαριασμό.
2,50 ευρώ, 2,80 ευρώ, 3 ευρώ. Ένα χάρτινο ποτήρι, λίγες γουλιές καφέ και στο τέλος του μήνα ο λογαριασμός μπορεί να φτάσει τα 66 ευρώ. Και μιλάμε για έναν καφέ την ημέρα, μόνο τις εργάσιμες. Αν πίνεις δύο, ξεπερνάς τα 130 ευρώ!
Και το πιο εξοργιστικό; Δεν μιλάμε για κάποια μεγάλη πολυτέλεια. Δεν μιλάμε για εστιατόρια, ταξίδια και ακριβά γούστα. Μιλάμε για έναν καφέ στο χέρι. Για μια από τις τελευταίες μικρές απολαύσεις του Έλληνα.
Την ίδια ώρα, τα ενοίκια έχουν ξεφύγει, το σούπερ μάρκετ έχει γίνει εφιάλτης, οι λογαριασμοί τρέχουν και οι μισθοί για πολλούς δεν φτάνουν ούτε μέχρι το τέλος του μήνα.
Βέβαια, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ο επαγγελματίας της εστίασης δεν αγοράζει τον καφέ στις παλιές τιμές. Πληρώνει ακριβότερες πρώτες ύλες, ρεύμα, προσωπικό, ενοίκιο, φόρους. Και εκείνος πιέζεται. Δεν είναι κάθε αύξηση στην τιμή απόδειξη αισχροκέρδειας.
Αλλά το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Ο πελάτης δεν αντέχει και ο καταστηματάρχης δυσκολεύεται να βγει.
Και κάπως έτσι, ο ένας περιορίζει τις αγορές του, ο άλλος βλέπει τον τζίρο του να πιέζεται και η αγορά μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ότι ακριβαίνει ο καφές. Είναι ότι μικραίνει συνεχώς η αγοραστική δύναμη του Έλληνα.
Γιατί όταν φτάνεις να σκέφτεσαι αν θα δώσεις τρία ευρώ για έναν καφέ, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ποτήρι. Βρίσκεται στην τσέπη σου. Και κυρίως σε μια οικονομία που έχει κάνει ακόμη και τα αυτονόητα να μοιάζουν με πολυτέλεια.

