Όλα αυτά που βλέπουμε σήμερα – οι αλλαγές στις πληρωμές, το τέλος των «φακέλων», η πίεση στα νυχτερινά μαγαζιά και γενικά στην αγορά – δεν ήρθαν τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας πραγματικότητας που εδώ και χρόνια χτίζεται: της υπερβολικής, άδικης φορολόγησης και του ασφυκτικού ελέγχου των επιχειρήσεων.
Ας μιλήσουμε ξεκάθαρα.
Όταν μια επιχείρηση δεν αφήνεται να αναπνεύσει, όταν κάθε της κίνηση περνάει από δέκα φίλτρα, όταν φορολογείται όχι με βάση την πραγματικότητα αλλά με βάση θεωρητικά νούμερα, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη. Μιλάμε για επιβίωση.
• Διαβάστε επίσης : Φίρμες της πίστας: 70% κάρτα και game over στα «μαύρα» – Πλέον μόνο στην τράπεζα
Και η επιβίωση, πάντα βρίσκει τρόπους.
Δεν είναι ότι ο επιχειρηματίας θέλει να πάει στο «μαύρο». Δεν είναι ότι θέλει να κρύψει. Θέλει να ζήσει. Θέλει να κρατήσει την επιχείρησή του ανοιχτή, να πληρώσει προσωπικό, να συνεχίσει να επενδύει.
Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε:
Ο επιχειρηματίας είναι αυτός που ρίχνει χρήμα στην αγορά. Αυτός που πληρώνει ενοίκια, μισθούς, προμηθευτές, ρεύματα, φόρους. Αυτός που κρατάει ζωντανή τη νύχτα, την εστίαση, την οικονομία.
Και όμως, αντιμετωπίζεται σαν ύποπτος από την πρώτη στιγμή.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα;
Ένα μπουκάλι που έρχεται στην Ελλάδα με 5 ευρώ, καταλήγει να κοστίζει 15 μόνο από φόρους. Και πάνω σε αυτά τα 15, έρχεται να προστεθεί και ΦΠΑ 24%.
Δηλαδή το κράτος φορολογεί… τον φόρο.
Μαθηματικά που δεν βγαίνουν.
Λογική που δεν στέκει.
Και μια αγορά που καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα πλαίσιο που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του παράλογου.
Και μετά αναρωτιόμαστε:
Γιατί παλιά δεν υπήρχαν όλα αυτά;
Γιατί τότε η αγορά είχε χώρο να αναπνεύσει.
Υπήρχε ισορροπία.
Υπήρχε ένα περιθώριο να κινηθείς, να ρισκάρεις, να αναπτυχθείς.
Σήμερα, αν μια επιχείρηση «χορέψει» κατά γράμμα στα παλαμάκια της πολιτείας, πολύ απλά δεν είναι βιώσιμη.
Και εδώ είναι η μεγάλη αλήθεια που κανείς δεν λέει δυνατά:
Δεν θέλει ο επιχειρηματίας το μηδέν.
Δεν θέλει να κρύψει τα πάντα.
Θέλει ένα σύστημα που να βγαίνει.
Γιατί όταν δεν βγαίνει, δεν πεθαίνει μόνο ο ίδιος.
Πεθαίνει μια ολόκληρη αλυσίδα γύρω του.
Και τότε, δεν θα μιλάμε για «μαύρα» και «φακέλους».
Θα μιλάμε για λουκέτα.

