Για να καταλάβεις πόσο έχει αλλάξει η νυχτερινή Αθήνα, δεν χρειάζεται να συγκρίνεις τιμές, τραγουδιστές ή μαγαζιά.
Χρειάζεται να συγκρίνεις τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από αυτά.
Γιατί κάποτε ο επιχειρηματίας της νύχτας δεν ήταν ένας άνθρωπος κρυμμένος πίσω από εταιρείες, managers, λογιστήρια και γραφεία.
Ήταν ο ίδιος το μαγαζί.
Το όνομά του αποτελούσε εγγύηση. Οι προσωπικές του σχέσεις έφερναν καλλιτέχνες. Οι γνωριμίες του γέμιζαν τα πρώτα τραπέζια. Το ένστικτό του μπορούσε να καθορίσει μια ολόκληρη σεζόν.
Και ελάχιστοι εξέφρασαν αυτή τη σχολή όσο ο Στηβ Κακέτσης.
Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα επιχειρηματικά πρόσωπα που πέρασαν ποτέ από την αθηναϊκή διασκέδαση και ο άνθρωπος που για περισσότερες από δύο δεκαετίες συνέδεσε το όνομά του με τη θρυλική Νεράιδα.
Πριν από τον Κακέτση υπήρχε ήδη ένας μύθος
Για να είμαστε ακριβείς, ο Στηβ Κακέτσης δεν δημιούργησε τη Νεράιδα από το μηδέν.
Παρέλαβε κάτι ίσως δυσκολότερο.
Έναν ήδη υπάρχοντα μύθο.
Η ιστορία του χώρου ξεκινά το 1936, όταν πρωτολειτούργησε ως ψαροταβέρνα. Το 1963 πέρασε στα χέρια της τραγουδίστριας και επιχειρηματία Παμέλας, η οποία το μετέτρεψε σε ένα από τα πλέον κοσμικά νυχτερινά κέντρα της παραλιακής.
Η μεγάλη ακμή είχε ήδη ξεκινήσει.
Στη δεκαετία του ’70 από την πίστα της πέρασαν η Βίκυ Μοσχολιού με τον Γιώργο Κατσαρό, ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Λίτσα Διαμάντη, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Ρίτα Σακελλαρίου, ο Γιώργος Γερολυμάτος και ο Γιάννης Πάριος, ο οποίος επέστρεψε αργότερα μαζί με τη Μαρινέλλα.
Η Νεράιδα δεν ήταν ένα ακόμη κέντρο.
Ήταν τόπος συνάντησης μιας ολόκληρης Αθήνας.
Ακόμη και ο Αριστοτέλης Ωνάσης συγκαταλεγόταν στους γνωστούς θαμώνες της εποχής.
Και ύστερα ήρθε το 1980.
1980: Μπαίνει στο παιχνίδι ο Στηβ Κακέτσης
Από το 1980 μέχρι το 2002, το τιμόνι της Νεράιδας πέρασε στον Στηβ Κακέτση.
Είκοσι δύο χρόνια.
Στη νύχτα, αυτό το χρονικό διάστημα είναι σχεδόν αιωνιότητα.
Μαγαζιά μπορούν να ανοίξουν και να κλείσουν μέσα σε μία σεζόν. Συνεργασίες που φαίνονται αχτύπητες μπορούν να διαλυθούν μέσα σε λίγους μήνες. Οι μόδες αλλάζουν, οι τραγουδιστές μετακινούνται και το κοινό εγκαταλείπει εύκολα εκείνο που μέχρι χθες θεωρούσε πρώτο.
Ο Κακέτσης κατάφερε να παραμείνει.
Και δεν παρέμεινε απλώς επιχειρηματικά ενεργός.
Έγινε ο ίδιος μέρος του μύθου του μαγαζιού.
Μάλιστα, όταν η Νεράιδα γκρεμίστηκε ως αυθαίρετη, εκείνος την ξανάχτισε με τις απαιτούμενες άδειες.
Αυτό λέει πολλά για το πόσο είχε ταυτίσει την επιχειρηματική του διαδρομή με τον συγκεκριμένο χώρο.
Τότε δεν υπήρχε Instagram – υπήρχε το πρώτο τραπέζι
Για να καταλάβουν οι νεότεροι τι σήμαινε ένα μεγάλο νυχτερινό κέντρο εκείνων των δεκαετιών, πρέπει να ξεχάσουν για λίγο τη σημερινή πραγματικότητα.
Δεν υπήρχαν stories.
Δεν υπήρχαν influencers.
Δεν υπήρχαν κινητά πάνω από κάθε τραπέζι.
Δεν μπορούσες μέσα σε μισή ώρα να δείξεις σε ολόκληρη την Ελλάδα ότι το μαγαζί σου ήταν γεμάτο.
Υπήρχε όμως κάτι άλλο.
Η πληροφορία.
Ποιος πήγε χθες.
Πού κάθισε.
Με ποιον εμφανίστηκε.
Ποιος επιχειρηματίας βρισκόταν στο πρώτο τραπέζι.
Ποιος πολιτικός πέρασε την πόρτα.
Ποιος μεγάλος τραγουδιστής πήγε μετά το δικό του πρόγραμμα.
Αυτό ήταν το social media της εποχής.
Το στόμα της Αθήνας.
Και ο επιχειρηματίας που μπορούσε να συγκεντρώνει γύρω του τους σωστούς ανθρώπους είχε κερδίσει ήδη τη μισή μάχη.
Ο Κακέτσης ήξερε πολύ καλά αυτό το παιχνίδι.
Το μαγαζί δεν αρκούσε να είναι γεμάτο
Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά της παλιάς αθηναϊκής νύχτας.
Δεν είχε σημασία μόνο πόσοι βρίσκονταν μέσα.
Είχε τεράστια σημασία και ποιοι βρίσκονταν μέσα.
Ο επιχειρηματίας ήταν οικοδεσπότης.
Έπρεπε να γνωρίζει τον πελάτη, να βρίσκεται στην πόρτα και στην αίθουσα, να χαιρετάει, να κάνει δημόσιες σχέσεις, να ξέρει ποιος κάθεται πού και να καταλαβαίνει τι συζητά η Αθήνα.
Ο Στηβ Κακέτσης δεν αντιμετώπισε τη νύχτα αποκλειστικά ως εστίαση.
Την αντιμετώπισε σαν show business.
Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Face control πριν ακόμη μάθουμε τη λέξη
Υπάρχει μία ιστορία από τη Νεράιδα που αποτυπώνει τέλεια εκείνη την εποχή.
Η Ελένη Ροδά, που είχε τραγουδήσει εκεί, έχει περιγράψει τον περίφημο μετρ του μαγαζιού, τον Δελάκη, ο οποίος ουσιαστικά αποφάσιζε ποιος θα περάσει την πόρτα.
Ακόμη κι αν υπήρχαν άδεια τραπέζια, μπορούσε κάποιος να ακούσει ότι το μαγαζί ήταν γεμάτο εάν δεν ταίριαζε στο κοινό που ήθελε να διατηρεί η Νεράιδα.
Με σημερινούς όρους;
Face control.
Πολύ πριν η συγκεκριμένη έκφραση γίνει καθημερινότητα στα clubs.
Και εδώ υπάρχει μια τεράστια επιχειρηματική λεπτομέρεια.
Τα μεγάλα μαγαζιά δεν προσπαθούσαν απλώς να γεμίσουν καρέκλες.
Προσπαθούσαν να δημιουργήσουν συγκεκριμένο κοινό και συγκεκριμένη εικόνα.
Η ίδια η αίθουσα αποτελούσε μέρος της παράστασης.
Πρωτοχρονιά στη Νεράιδα: κοσμικό γεγονός
Οι περιγραφές της Ελένης Ροδά για τα παλαιότερα χρόνια της Νεράιδας είναι χαρακτηριστικές της αίγλης που είχε αποκτήσει ο χώρος.
Η πρεμιέρα και η Πρωτοχρονιά θεωρούνταν μεγάλα κοσμικά γεγονότα, ενώ η Παμέλα έφερνε ακριβά δώρα από το Παρίσι για τους θαμώνες: χρυσούς αναπτήρες για τους άνδρες και μεταξωτά μαντίλια γνωστών Γάλλων σχεδιαστών για τις γυναίκες.
Μια άλλη Ελλάδα.
Μια άλλη νύχτα.
Και κυρίως μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει φιλοξενία και πολυτέλεια σε ένα μεγάλο κέντρο.
«Σταθμός» για έναν καλλιτέχνη
Το μέγεθος της Νεράιδας αποτυπώνεται ίσως καλύτερα σε μία φράση του Λευτέρη Πανταζή.
Ο γνωστός τραγουδιστής, ο οποίος συνεργάστηκε για πολλές σεζόν με τον Στηβ Κακέτση, έχει χαρακτηρίσει τη Νεράιδα «σταθμό» για έναν καλλιτέχνη.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο.
Γιατί σήμερα είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πόση δύναμη μπορούσε να έχει τότε μία πίστα.
Η παρουσία σε ένα πραγματικά μεγάλο μαγαζί δεν ήταν απλώς μια καλή επαγγελματική συμφωνία.
Μπορούσε να αλλάξει το status ενός τραγουδιστή.
Να τον βάλει σε άλλα σαλόνια.
Να τον φέρει μπροστά σε διαφορετικό κοινό.
Να τον μετατρέψει από έναν καλό καλλιτέχνη σε πρώτο όνομα της Αθήνας.
Η δεκαετία του ’90 και η μεγάλη αλλαγή
Όμως η νύχτα δεν μένει ποτέ ίδια.
Στη δεκαετία του ’90 το κοινό άρχισε να αλλάζει.
Νέες μουσικές, νέα clubs, διαφορετικές ηλικίες, διαφορετικές απαιτήσεις.
Και η Νεράιδα προσαρμόστηκε.
Χωρίστηκε στη «Μικρή» και τη «Μεγάλη Νεράιδα», με τη μία πλευρά να συνεχίζει ως κέντρο διασκέδασης και την άλλη να διαμορφώνεται σε club.
Δεν ήταν απλώς μια αλλαγή χώρου.
Ήταν η παραδοχή ότι η Αθήνα πλέον ήθελε περισσότερα από ένα πράγματα.
Η εποχή της κλασικής πίστας συναντούσε τη νέα εποχή του clubbing.
Και ο Κακέτσης προσπάθησε να βρίσκεται και στις δύο.
2002: Τέλος η Νεράιδα – αλλά όχι ο Κακέτσης
Το 2002 έκλεισε ένας τεράστιος κύκλος.
Η Νεράιδα, με τη μορφή που είχε γίνει γνωστή για δεκαετίες, πέρασε στην ιστορία.
Ο Κακέτσης όμως δεν έφυγε.
Η Μικρή Νεράιδα μετατράπηκε στο Kitchen Bar, ενώ στον χώρο της Μεγάλης λειτούργησε το νυχτερινό κέντρο Θέα, με τον ίδιο να παραμένει πίσω από τα δύο εγχειρήματα.
Και αν το δει κανείς σήμερα, αυτή η μετάβαση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στον ίδιο ουσιαστικά χώρο μπορείς να διαβάσεις την εξέλιξη δεκαετιών της αθηναϊκής διασκέδασης:
Από την ψαροταβέρνα του 1936.
Στο κοσμικό κέντρο.
Στη μεγάλη πίστα.
Στο club.
Στο bar-restaurant.
Και ξανά στο σύγχρονο μεγάλο νυχτερινό κέντρο.
Η ζωή όμως του έδειξε και την άλλη πλευρά
Θα ήταν λάθος ένα αφιέρωμα στον Στηβ Κακέτση να μιλήσει μόνο για λάμψη.
Γιατί η δική του ιστορία είχε και πολύ δύσκολα κεφάλαια.
Στη δεκαετία του ’90 βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά σοβαρή δικαστική περιπέτεια. Σε βάρος του είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για υπόθεση ναρκωτικών. Ο ίδιος εμφανίστηκε αυτοβούλως στον ανακριτή, προφυλακίστηκε και παρέμεινε στη φυλακή για περίπου εννέα μήνες, πριν τελικά απαλλαγεί με βούλευμα και αποφυλακιστεί.
Από την κορυφή της αθηναϊκής νύχτας, στη φυλακή.
Και μετά ξανά έξω.
Μόνο αυτό το κεφάλαιο αρκεί για να αντιληφθεί κάποιος πόσο κινηματογραφική υπήρξε η ζωή του.
Και μετά ήρθε η οικονομική πτώση
Χρόνια αργότερα ήρθε ίσως το πιο σκληρό επιχειρηματικό χτύπημα.
Το 2017, το Θέα και το Kitchen Bar έκλεισαν μετά από δικαστική εξέλιξη που ακολούθησε ασφαλιστικά μέτρα του ΤΑΙΠΕΔ, στο πλαίσιο της υπόθεσης που αφορούσε τον χώρο στη Μαρίνα Αλίμου και οικονομικές εκκρεμότητες.
Ο ίδιος μίλησε τότε δημόσια για την οικονομική του καταστροφή.
Ήταν το σκληρό φινάλε μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει από πολύ χαμηλά και είχε φτάσει μέχρι τα ισχυρότερα τραπέζια της Αθήνας.
Και αυτή είναι ίσως η άλλη μεγάλη αλήθεια της νύχτας.
Μπορεί να σου δώσει τα πάντα.
Χρήματα.
Δόξα.
Γνωριμίες.
Δύναμη.
Αναγνωρισιμότητα.
Αλλά δεν υπογράφει ποτέ συμβόλαιο ότι θα τα κρατήσεις για πάντα.
Το τέλος ενός ανθρώπου – όχι μιας εποχής
Ο Στηβ Κακέτσης έφυγε από τη ζωή τον Μάιο του 2023, σε ηλικία 73 ετών.
Μέχρι τότε η Αθήνα που εκείνος γνώρισε είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
Άλλα μαγαζιά.
Άλλες επιχειρηματικές ομάδες.
Άλλες δημόσιες σχέσεις.
Άλλο marketing.
Άλλος τρόπος κράτησης.
Άλλο κοινό.
Άλλα χρήματα.
Και φυσικά social media, Instagram, TikTok και μια ολόκληρη βιομηχανία επικοινωνίας που τότε δεν υπήρχε.
Κι όμως.
Όταν η συζήτηση πηγαίνει στους πραγματικά μεγάλους επιχειρηματίες της παλιάς αθηναϊκής νύχτας, το όνομα Στηβ Κακέτσης επιστρέφει.
Και αυτό είναι ίσως μεγαλύτερο από οποιονδήποτε τζίρο ή οποιοδήποτε sold out.
Για να ΞΕΡΕΤΕ…
Η σημερινή γενιά επιχειρηματιών της νύχτας διαθέτει περισσότερα εργαλεία από οποιαδήποτε προηγούμενη.
Digital marketing, social media, online κρατήσεις, τεράστιες παραγωγές, LED, επικοινωνιακές ομάδες και άμεση πρόσβαση σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Η γενιά του Κακέτση δεν είχε τίποτα από αυτά.
Έπρεπε ο ίδιος ο επιχειρηματίας να είναι δημόσιες σχέσεις.
Να είναι marketing.
Να είναι οικοδεσπότης.
Να έχει ένστικτο στο booking.
Να γνωρίζει τον καλλιτέχνη.
Να γνωρίζει τον πελάτη.
Να μυρίζεται τι έρχεται.
Και πάνω απ’ όλα να δημιουργεί την αίσθηση ότι, εάν δεν βρισκόσουν εκείνο το βράδυ στο δικό του μαγαζί, κάτι σημαντικό έχανες.
Αυτό έκανε ο Στηβ Κακέτσης για πολλά χρόνια.
Γι’ αυτό και το πραγματικό αποτύπωμά του δεν βρίσκεται μόνο στη Νεράιδα, στο Θέα ή στο Kitchen Bar.
Βρίσκεται σε μια ολόκληρη σχολή επιχειρηματιών της ελληνικής νύχτας.
Τότε που τα μεγάλα μαγαζιά είχαν αφεντικά με ονοματεπώνυμο.
Τότε που η προσωπική σχέση με τον πελάτη είχε μεγαλύτερη δύναμη από ένα Instagram story.
Τότε που ένα πρώτο τραπέζι μπορούσε την επόμενη ημέρα να γίνει συζήτηση σε ολόκληρη την Αθήνα.
Τότε που ένας επιχειρηματίας μπορούσε να συνδεθεί τόσο πολύ με ένα μαγαζί, ώστε δεκαετίες αργότερα να ακούς «Νεράιδα» και σχεδόν αυτόματα να σκέφτεσαι:
Στηβ Κακέτσης.
Γιατί τελικά κάποιοι επιχειρηματίες είχαν πετυχημένα μαγαζιά.
Κάποιοι ελάχιστοι, όμως, είχαν ολόκληρη εποχή.
Και ο Στηβ Κακέτσης ήταν ένας από αυτούς.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ







