Τα νέα στοιχεία της Eurostat για τον Μάρτιο του 2026 δείχνουν πως η προσωρινή ανάσα στις τιμές των καυσίμων ανήκει πλέον στο παρελθόν. Μετά από μήνες σχετικής αποκλιμάκωσης, η αγορά γύρισε απότομα σε τροχιά έντονων ανατιμήσεων, βάζοντας ξανά σε πίεση τα νοικοκυριά και τις μετακινήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η εικόνα που καταγράφεται είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα καύσιμα και τα λιπαντικά σημείωσαν αύξηση 12,9% σε ετήσια βάση, με χώρες όπως η Γερμανία και η Ρουμανία να βρίσκονται στην κορυφή των ανατιμήσεων. Την ίδια ώρα, ελάχιστες μόνο αγορές, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβενία, κινήθηκαν αντίθετα, καταγράφοντας πτώση.
Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο καταγράφει πραγματική έκρηξη τιμών. Μέσα σε μόλις έναν μήνα, από τον Φεβρουάριο στον Μάρτιο του 2026, η άνοδός του στην ΕΕ έφτασε το 19,1%, ενώ σε ετήσια βάση αγγίζει το 19,8%. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Τσεχία και η Σουηδία, οι αυξήσεις κινούνται σε ακόμα πιο ακραία επίπεδα, επιβεβαιώνοντας ότι το κόστος μεταφοράς ανεβαίνει με ταχύτητα που δύσκολα απορροφάται.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι στις πιο επιβαρυμένες χώρες. Η αύξηση στο ντίζελ φτάνει περίπου το 24%, τοποθετώντας τη χώρα πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ και η βενζίνη ακολουθεί ανοδική πορεία με μηνιαία αύξηση που ξεπερνά το 11%. Το αποτέλεσμα είναι η μετακίνηση να γίνεται ολοένα και ακριβότερη, με το κόστος να περνά άμεσα στην καθημερινότητα των πολιτών και στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

