Οι εικόνες από τη Χαλκιδική προκαλούν θλίψη. Σπίτια χτυπημένα από τη φωτιά, περιουσίες κατεστραμμένες, αυτοκίνητα και βάρκες καμένα. Άνθρωποι που μέσα σε λίγες ώρες είδαν όσα έχτιζαν μια ζωή να παραδίδονται στις φλόγες.
Και κάπου εδώ έρχεται ξανά εκείνο το βασανιστικό ερώτημα: μέχρι πότε θα είμαστε στην Ελλάδα θεατές στο ίδιο έργο;
Κάθε καλοκαίρι φωτιές. Κάθε χειμώνα πλημμύρες. Κάθε φορά εικόνες καταστροφής και αμέσως μετά οι ίδιες δηλώσεις. Εκφράζουμε τη λύπη μας, τη συμπαράστασή μας, τη δυσαρέσκειά μας. Ακούμε για δύσκολες συνθήκες, για ακραία φαινόμενα, για μάχες που δόθηκαν.
Και ύστερα;
Ύστερα, σχεδόν πάντα, η ζωή συνεχίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα.
Προφανώς και υπάρχουν ακραίες καιρικές συνθήκες. Προφανώς και οι πυροσβέστες δίνουν τεράστιες μάχες, πολλές φορές ξεπερνώντας τα ανθρώπινα όρια. Όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελεί την απάντηση για τα πάντα.
Κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε και για ευθύνες.
Τι έγινε πριν ξεσπάσει η φωτιά; Υπήρχε η απαραίτητη πρόληψη; Ήταν καθαρισμένες οι περιοχές υψηλού κινδύνου; Υπήρχαν αντιπυρικές ζώνες; Ήταν επαρκής ο σχεδιασμός; Ποιος είχε την αρμοδιότητα και τι ακριβώς έκανε;
Και, κυρίως, όταν τελειώσει η φωτιά και σβήσουν οι τελευταίες εστίες, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για όσα δεν έγιναν σωστά;
Γιατί δεν γίνεται η Ελλάδα να θυμάται την πρόληψη όταν βλέπει τις φλόγες και να την ξεχνά μόλις φύγουν οι κάμερες.
Η Χαλκιδική είναι σήμερα στην πρώτη γραμμή. Χθες ήταν κάποια άλλη περιοχή και αύριο, αν συνεχίσουμε με την ίδια λογική, μπορεί να είναι κάποια άλλη.
Η λύπη είναι ανθρώπινη και απαραίτητη. Δεν είναι, όμως, πολιτική προστασία. Δεν είναι πρόληψη. Και σίγουρα δεν μπορεί να υποκαθιστά την απόδοση ευθυνών.
Γιατί αν μετά από κάθε καταστροφή περιοριζόμαστε σε ένα «λυπούμαστε» και προχωράμε παρακάτω, τότε δεν μαθαίνουμε από τις τραγωδίες μας.
Απλώς περιμένουμε την επόμενη.








(πηγή φώτο typosthes.gr)

