Καραμανλής: Η έξοδος που άργησε τρία χρόνια – Το πολιτικό τέλος που δεν μπορούσε να αποφευχθεί

Η ανακοίνωση του Κώστα Αχ. Καραμανλή ότι δεν θα είναι ξανά υποψήφιος στις επόμενες εθνικές εκλογές ήρθε αργά. Πολύ αργά. Όμως, ακόμη κι έτσι, το τέλος μιας τόσο βαριά τραυματισμένης πολιτικής διαδρομής δύσκολα θα μπορούσε να γραφτεί διαφορετικά. Ο ίδιος δήλωσε δημόσια στις 4 Απριλίου 2026 ότι δεν προτίθεται να είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές, επιμένοντας ταυτόχρονα ότι είναι αθώος και ότι θα παραμείνει βουλευτής μέχρι τη λήξη της θητείας του.

Η απόφασή του δεν ήρθε σε πολιτικό κενό. Συνδέθηκε άμεσα με τη νέα πίεση που έχει προκαλέσει στην κυβέρνηση η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς το όνομά του περιλαμβάνεται στη νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σε ένα ευρύτερο σκηνικό που έχει ήδη προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η νέα δικογραφία αφορά σειρά πολιτικών προσώπων και συνοδεύεται από αιτήματα άρσης ασυλίας για εν ενεργεία βουλευτές, εντείνοντας το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. 

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Εδώ ακριβώς αρχίζει και το πολιτικό παράδοξο της υπόθεσης Καραμανλή. Διότι από τη μία πλευρά η κίνησή του επιχειρεί να εμφανιστεί ως πράξη ευθύνης: σαν μια έμμεση παραδοχή ότι το πολιτικό φορτίο που κουβαλά πλέον δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει νέα λαϊκή εντολή. Από την άλλη όμως, γεννάται ένα εύλογο και σκληρό ερώτημα: αν θεωρεί ότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν πολιτική συνέχεια, γιατί δεν αποχωρεί από τώρα; Γιατί η «ευθιξία» μετατίθεται για την επόμενη Βουλή και δεν εκδηλώνεται στην παρούσα;

Αυτή είναι και η πιο αδύναμη πλευρά της επιλογής του. Διότι η δήλωση μη συμμετοχής στις επόμενες εκλογές δεν ισοδυναμεί με ανάληψη πλήρους πολιτικής ευθύνης στο παρόν. Αντιθέτως, μοιάζει περισσότερο με ελεγχόμενη αποχώρηση, με μια κίνηση περιορισμού της ζημιάς, παρά με πραγματική παραίτηση. Με απλά λόγια, ο Κώστας Καραμανλής έδειξε να αντιλαμβάνεται ότι η πίεση είχε πλέον γίνει ασήκωτη, αλλά επέλεξε να διαχειριστεί ο ίδιος τον χρόνο και τον τρόπο της εξόδου του.

Και αυτό δεν είναι αμελητέο. Γιατί σε μια περίοδο κατά την οποία το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται αντιμέτωπο με νέα φθορά λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ, ένα πρόσωπο όπως ο Καραμανλής ήταν αντικειμενικά από τα πρώτα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης». Η δική του αποχώρηση από την επόμενη εκλογική μάχη αφαιρεί από την κυβέρνηση ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο πολιτικό πρόσωπο, χωρίς όμως να χρειαστεί η ίδια να προχωρήσει σε μια πιο ωμή κίνηση αποπομπής. Αυτό είναι πολιτικά χρήσιμο για το κυβερνητικό στρατόπεδο, αλλά δεν παύει να αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για αληθινή κάθαρση ή απλώς για έναν πιο προσεκτικό χειρισμό της εικόνας.

Το όνομα του Κώστα Καραμανλή, άλλωστε, δεν είναι πολιτικά επιβαρυμένο μόνο από το σημερινό κάδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η δημόσια εικόνα του είχε ήδη υποστεί βαθιά φθορά από την υπόθεση των Τεμπών. Εκεί κρίθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κοινή γνώμη όχι μόνο για τους χειρισμούς του, αλλά και για το ύφος με το οποίο υπερασπίστηκε τη θέση του. Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η παρουσία του στην κεντρική πολιτική σκηνή μετά από εκείνη την τραγωδία είχε ήδη καταστεί εξαιρετικά προβληματική. Το σημερινό φινάλε, επομένως, δεν μοιάζει με ξαφνική ανατροπή. Μοιάζει περισσότερο με καθυστερημένη κατάληξη μιας πορείας που είχε πολιτικά τελειώσει εδώ και καιρό.

Σε ένα πιο ώριμο και πιο αυστηρό πολιτικό περιβάλλον, το τέλος πιθανότατα θα είχε γραφτεί νωρίτερα, καθαρότερα και χωρίς γκρίζες ζώνες. Στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, όμως, τέτοιες διαδρομές σπάνια κλείνουν με ακαριαίο τρόπο. Συνήθως παρατείνονται, προστατεύονται, επανασυσκευάζονται και τελικά τερματίζονται όταν το κόστος γίνεται πια αδύνατον να κρυφτεί. Κάπως έτσι φαίνεται να γράφεται και το τελευταίο κεφάλαιο της υπόθεσης Καραμανλή.

Το συμπέρασμα είναι απλό: δεν πρόκειται για μια γενναία έξοδο, αλλά για μια καθυστερημένη αναγνώριση του πολιτικού αδιεξόδου. Ο Κώστας Καραμανλής δεν αποχωρεί επειδή ξαφνικά επέλεξε τη δύσκολη οδό. Αποχωρεί επειδή η παραμονή του στο προσκήνιο είχε πλέον μετατραπεί σε μόνιμη υπενθύμιση ενός βάρους που η κυβέρνηση δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να σηκώσει. Και γι’ αυτό, όσο κι αν επιχειρηθεί να παρουσιαστεί αλλιώς, η αλήθεια παραμένει η ίδια: η έξοδος αυτή άργησε τρία χρόνια.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ