Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ φαίνεται πως πιστεύει ότι μια σκληρή ανακοίνωση δικηγόρων αρκεί για να κλείσει μια υπόθεση που προκαλεί σοβαρά ερωτήματα. Μόνο που η πολιτική δεν είναι τηλεοπτικό πλατό, όπου λες την τελευταία κουβέντα, χαμογελάς στην κάμερα και θεωρείς ότι κέρδισες τις εντυπώσεις.
Ιδιαίτερα όταν στο τραπέζι βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, ιδιωτικά αεροσκάφη και καταγγελίες που έφτασαν μέχρι τις σελίδες της Wall Street Journal
.Η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Ελλάδα αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση απέναντι στον Έρικ Ντίτερς, ο οποίος την κατηγορεί για απαίτηση 100.000 δολαρίων στο πλαίσιο μιας αθέμιτης συναλλαγής.
Η απάντησή της; Ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος της χρωστάει περίπου 150.000 δολάρια από παλαιότερες επαγγελματικές συνεργασίες.
Και λοιπόν;
Ακόμη κι αν η οφειλή υπάρχει, αυτό δεν εξαφανίζει αυτομάτως τις καταγγελίες. Ούτε μετατρέπει τον καταγγέλλοντα σε ψεύτη. Το ένα δεν αποτελεί απόδειξη για το άλλο.
Οι δικηγόροι της επικαλούνται συμβάσεις, μηνύματα, συμφωνίες για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Μιλούν ακόμη και για πρόταση ενός εκατομμυρίου δολαρίων, την οποία, όπως υποστηρίζουν, η Γκιλφόιλ απέρριψε.
Μόνο που τα στοιχεία που επικαλούνται δεν παρουσιάστηκαν μαζί με την ανακοίνωση, ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν ανεξάρτητα.
Και όταν διεκδικείς την απόλυτη δικαίωση, δεν αρκεί να ζητάς από τον κόσμο να σε πιστέψει επειδή το λένε οι δικηγόροι σου.
Υπάρχει, όμως, και το ζήτημα των ιδιωτικών αεροσκαφών.
Εδώ η απάντηση είναι ακόμη πιο γενική. Όλα, λέει η πλευρά της, έγιναν με βάση τις οδηγίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και σύμφωνα με τους κανονισμούς.
Ωραία. Ποιος πλήρωνε τις πτήσεις; Ποιες ήταν οι διαδρομές; Ποια ήταν η σχέση της με όσους διέθεταν τα αεροσκάφη; Ποιες εγκρίσεις είχαν δοθεί;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία. Όχι οι βαρύγδουπες διαβεβαιώσεις.
Και το πιο προκλητικό είναι ότι, αντί η ανακοίνωση να περιοριστεί στην ουσία, επιστρατεύει μέχρι και την ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ, λες και οι διπλωματικές επιτυχίες μπορούν να λειτουργήσουν ως πιστοποιητικό προσωπικής αθωότητας.
Η Γκιλφόιλ δεν βρίσκεται πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Εκπροσωπεί επισήμως τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα. Και αυτή η θέση δεν προσφέρει μόνο προνόμια, φωτογραφίες, δημόσιες σχέσεις και πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας. Συνοδεύεται από υποχρέωση λογοδοσίας.
Δεν σημαίνει ότι είναι ένοχη. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλει να δίνει καθαρές και τεκμηριωμένες απαντήσεις όταν προκύπτουν σοβαρά ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος.
Γιατί εδώ δεν κρίνεται μόνο αν ένας επιχειρηματίας χρωστάει χρήματα σε μια πρώην συνεργάτιδά του. Κρίνεται και κατά πόσο οι οικονομικές σχέσεις ανθρώπων με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις μπορούν να ελεγχθούν με την ίδια αυστηρότητα που θα ελέγχονταν οι σχέσεις οποιουδήποτε άλλου.
Η Γκιλφόιλ επέλεξε να σηκώσει τους τόνους. Δικαίωμά της. Αλλά οι υψηλοί τόνοι δεν είναι αποδείξεις και οι δικηγορικές ανακοινώσεις δεν υποκαθιστούν τη διαφάνεια.
Και στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα παραμένει απλό:
Αν όλα είναι τόσο καθαρά όσο υποστηρίζει, γιατί να μη δοθούν στη δημοσιότητα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να διαλύσουν κάθε αμφιβολία;
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα για την Γκιλφόιλ δεν είναι ότι κάποιος τόλμησε να την καταγγείλει.
Είναι ότι, παρά την ηχηρή αντεπίθεση, τα δύσκολα ερωτήματα εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω στο τραπέζι.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

