Ο Έλληνας σήμερα πιέζεται από παντού. Και αυτό πλέον δεν είναι μια απλή διαπίστωση, ούτε μια υπερβολή της στιγμής. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα που ζει μέσα στο σπίτι του, στη δουλειά του, στον λογαριασμό του, στην ψυχολογία του, στο ίδιο του το βλέμμα όταν προσπαθεί να σκεφτεί το αύριο.
Από τον COVID και μετά, η ζωή δεν έγινε απλώς πιο δύσκολη. Έγινε πιο βαριά, πιο σκληρή, πιο ακριβή, πιο αβέβαιη. Η καθημερινότητα μετατράπηκε σε μια διαρκή δοκιμασία αντοχών. Ο κόσμος δεν ζει όπως θα έπρεπε να ζει. Δεν σχεδιάζει, δεν απολαμβάνει, δεν χτίζει. Παλεύει. Και πολλές φορές απλώς επιβιώνει.
Ζούμε θεωρητικά στην εποχή των πολλών επιλογών. Περισσότερα προϊόντα, περισσότερες υπηρεσίες, περισσότερες τεχνολογίες, περισσότερες παροχές, περισσότερα “εργαλεία” για μια καλύτερη ζωή. Αλλά στην πράξη, όλα αυτά υπάρχουν μόνο ως βιτρίνα για τον μέσο Έλληνα. Τα βλέπει, τα ακούει, τα έχει μπροστά του, αλλά δεν μπορεί να τα φτάσει. Γιατί τα πάντα έχουν γίνει πανάκριβα. Γιατί όλο και περισσότερα αγαθά μετατρέπονται σε είδη πολυτελείας. Γιατί η αγορά συνεχίζει να παράγει δυνατότητες που απευθύνονται όλο και λιγότερο στους πολλούς και όλο και περισσότερο στους λίγους.
Κάποτε υπήρχε η λεγόμενη μεσαία τάξη. Υπήρχε ένας κόσμος που μπορεί να μην κολυμπούσε στο χρήμα, αλλά είχε μια στοιχειώδη ισορροπία. Είχε τη δυνατότητα να ελπίζει πως, αν δουλέψει, αν παλέψει, αν νοικοκυρευτεί, θα μπορέσει να προχωρήσει. Θα μπορέσει να φτιάξει ένα σπίτι, να κάνει οικογένεια, να μεγαλώσει παιδιά, να αφήσει κάτι καλύτερο στους επόμενους. Σήμερα αυτό το έδαφος χάνεται. Και χάνεται με ταχύτητα.
Η κοινωνία πια σπάει όλο και πιο καθαρά σε δύο στρατόπεδα: σε εκείνους που εξακολουθούν να αντέχουν και σε εκείνους που πιέζονται όλο και περισσότερο μέχρι εξαντλήσεως. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η απόσταση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς δεν μικραίνει. Μεγαλώνει. Το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς γίνεται όλο και πιο άγριο, όλο και πιο προκλητικό, όλο και πιο επικίνδυνο.
Σήμερα ζητούν από τον νέο άνθρωπο να μορφωθεί, να επενδύσει στον εαυτό του, να αποκτήσει προσόντα, να σπουδάσει, να κάνει μεταπτυχιακά, να κάνει διδακτορικά, να γίνει πιο ανταγωνιστικός, πιο χρήσιμος, πιο “δυνατός” για την αγορά. Και το κάνει. Ξοδεύει χρόνια ολόκληρα, χρήματα, ενέργεια, θυσίες, ψυχική φθορά. Και στο τέλος, τι τον περιμένει; Μια δουλειά των 1.000, 1.200, άντε 1.300 ευρώ, σε μια κοινωνία όπου τα πάντα γύρω του τρέχουν με ταχύτητες απλησίαστες.
Με αυτά τα χρήματα πώς θα πληρώσει ένα ενοίκιο όταν τα σπίτια έχουν γίνει απλησίαστα; Πώς θα καλύψει σούπερ μάρκετ, ρεύμα, λογαριασμούς, βενζίνες, καθημερινές ανάγκες; Πώς θα σταθεί στα πόδια του όταν βλέπει ακόμη και ένα απλό σπίτι να πωλείται για πλάκα 200.000 και 250.000 ευρώ; Πώς θα μπορέσει ποτέ ένας άνθρωπος με 1.000 ή 1.500 ευρώ τον μήνα να φτάσει σε αυτό το ποσό; Πώς θα αποκτήσει δική του στέγη; Η απάντηση είναι σκληρή, αλλά είναι πλέον σχεδόν αυτονόητη: δεν μπορεί.
Και όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο, εξακολουθούμε να μιλάμε για αναψυχή, για ισορροπία, για ποιότητα ζωής. Ποια ποιότητα ζωής; Ποια αναψυχή; Όταν είσαι μόνιμα μέσα στο άγχος; Όταν κάθε μήνα κάθεσαι και λογαριάζεις αν σου φτάνουν τα λεφτά μέχρι το τέλος; Όταν κάθε απρόβλεπτο έξοδο σε πετάει εκτός προγραμματισμού; Όταν η ίδια η καθημερινότητα μοιάζει με ψυχολογική φθορά χωρίς διάλειμμα;
Η κοινωνία αυτή δεν είναι απλώς πιεσμένη. Είναι εξουθενωμένη. Ψυχικά, οικονομικά, υπαρξιακά. Και γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι θραύση κάνουν τα αγχολυτικά, τα Xanax, οι ψυχολόγοι. Ο κόσμος έχει γονατίσει. Όχι επειδή ξαφνικά έγινε αδύναμος, αλλά επειδή η πίεση έχει γίνει ασήκωτη. Επειδή η ανασφάλεια έχει εγκατασταθεί μόνιμα μέσα στη ζωή του. Επειδή βλέπει ότι όσο κι αν προσπαθεί, όλο και κάτι του ξεφεύγει, όλο και κάτι γίνεται πιο δύσκολο, όλο και κάτι απομακρύνεται.
Και μετά αναρωτιούνται γιατί υπάρχει πρόβλημα με το δημογραφικό. Μα πώς να κάνει παιδιά ο άλλος; Πώς θα τα φέρει βόλτα; Πώς θα στηρίξει οικογένεια όταν με το ζόρι στηρίζει τον ίδιο του τον εαυτό; Πώς θα πληρώσει σπίτι, φαγητό, ρεύμα, γιατρούς, δραστηριότητες, φροντιστήρια, σπουδές; Μόνο οι σπουδές σήμερα, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, είναι μια μικρή περιουσία. Από 20 χιλιάρικα και πάνω. Και όλα αυτά σε μια εποχή όπου η ψυχολογία είναι στο κόκκινο και η σταθερότητα λέξη σχεδόν άγνωστη.
Και ύστερα μας κακοφαίνεται που τα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό.
Μα γιατί να μη φύγουν;
Όταν εδώ τους ζητάς τα πάντα και στο τέλος τους επιστρέφεις ψίχουλα, ανασφάλεια και αδιέξοδο, προφανώς και καλά κάνουν και φεύγουν. Όταν βλέπουν ότι αλλού ο κόπος τους μπορεί να έχει αξία, ότι μπορούν να χτίσουν πιο εύκολα μια ζωή με αξιοπρέπεια, ότι μπορούν να κάνουν όνειρα χωρίς να πνίγονται καθημερινά από το άγχος, γιατί να μείνουν; Ο νέος δεν εγκαταλείπει τη χώρα επειδή δεν την αγαπά. Την εγκαταλείπει γιατί δεν αντέχει να μένει στάσιμος μέσα σε μια πραγματικότητα που τον μικραίνει και τον εξαντλεί.
Και το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι ότι το θέμα έχει ξεφύγει. Και δεν δείχνει να μαζεύεται. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι θα ξεφύγει κι άλλο.
Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στον πάτο.
Αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό στοιχείο της υπόθεσης. Ότι πολλοί ακόμα μιλούν λες και ζούμε ήδη τη δυσκολότερη φάση, ενώ στην πραγματικότητα τα σημάδια δείχνουν πως το πράγμα θα σκληρύνει περισσότερο. Ότι η πίεση θα ενταθεί. Ότι η οικονομική ασφυξία θα γίνει πιο έντονη. Ότι το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Ότι η κοινωνική ισορροπία θα γίνει ακόμη πιο εύθραυστη. Ότι οι λίγοι θα έχουν όλο και περισσότερα και οι πολλοί θα παλεύουν για όλο και λιγότερα.
Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο καμπανάκι. Δεν μιλάμε για μια πρόσκαιρη δυσκολία. Μιλάμε για μια κατάσταση που δείχνει να βαθαίνει. Για μια πραγματικότητα που δεν έχει πιάσει ακόμη ταβάνι στη σκληρότητά της. Για ένα μοντέλο ζωής που συμπιέζει όλο και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία και ενισχύει όλο και περισσότερο την ανισότητα.
Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να συνηθίζει αυτή την ανισότητα, όταν τη θεωρεί περίπου φυσιολογική, τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο. Γιατί τότε δεν χάνεται μόνο το εισόδημα, η αγοραστική δύναμη ή η πρόσβαση στην κατοικία. Χάνεται η ίδια η αίσθηση δικαιοσύνης. Χάνεται η εμπιστοσύνη ότι ο κόπος ανταμείβεται. Χάνεται η πεποίθηση ότι υπάρχει αύριο για τους πολλούς και όχι μόνο για τους λίγους.
Ο Έλληνας του σήμερα δεν ζητά πολυτέλειες. Δεν ζητά υπερβολές. Ζητά τα βασικά. Να μπορεί να δουλεύει και να ζει. Να μπορεί να πληρώνει σπίτι χωρίς να πνίγεται. Να μπορεί να κάνει οικογένεια χωρίς να τον διαλύει το άγχος. Να μπορεί να ελπίζει ότι η ζωή του δεν θα γίνεται χρόνο με τον χρόνο χειρότερη. Ζητά να νιώθει ότι υπάρχει μέλλον.
Αλλά σήμερα αυτό το μέλλον μοιάζει όλο και πιο σκοτεινό. Και όσο η ζωή ακριβαίνει, όσο η κατοικία απομακρύνεται, όσο η ψυχική φθορά μεγαλώνει, όσο οι νέοι φεύγουν και όσο η κοινωνία χωρίζεται όλο και πιο άγρια σε πλούσιους και φτωχούς, τόσο η Ελλάδα δεν θα πηγαίνει μπροστά. Θα βυθίζεται περισσότερο σε μια αργή κοινωνική ασφυξία.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό συμπέρασμα απ’ όλα: δεν βλέπουμε ακόμη το τέλος αυτής της πορείας. Βλέπουμε μόνο ότι, αν συνεχίσουμε έτσι, τα χειρότερα δεν τα έχουμε ζήσει.
TSIPAS BLOG – Για να ΞΕΡΕΤΕ

