Μπορεί η κυβέρνηση να μιλά συνεχώς για αυξήσεις στους μισθούς.
Μπορεί να παρουσιάζει μια εικόνα βελτίωσης.
Μπορεί να λέει ότι η οικονομία πηγαίνει καλύτερα.
Όμως οι αριθμοί, όταν μπαίνουν στο τραπέζι, λένε πολλές φορές μια διαφορετική ιστορία.
Και στην περίπτωση της Ελλάδας, η εικόνα δεν είναι καθόλου κολακευτική.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που βασίζονται στα στοιχεία του ΟΟΣΑ, της PwC και εθνικών πηγών, για έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά, με μικτό ετήσιο εισόδημα 100.000 ευρώ, η Ελλάδα βρίσκεται έκτη από τον… πάτο μεταξύ 31 ευρωπαϊκών χωρών.
Με απλά λόγια;
Από τα 100.000 ευρώ μικτά, στην Ελλάδα μένουν καθαρά περίπου 56.615 ευρώ.
Δηλαδή σχεδόν τα μισά χάνονται σε φόρους και εισφορές.
Και εδώ είναι το μεγάλο ζήτημα.
Γιατί η Ελλάδα δεν είναι Βέλγιο. Δεν είναι Δανία. Δεν είναι Σουηδία. Δεν είναι χώρες όπου οι μισθοί είναι συνολικά υψηλοί, οι κοινωνικές παροχές ισχυρές και το κράτος πρόνοιας λειτουργεί σε άλλο επίπεδο.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι έχουν χαμηλά εισοδήματα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά όταν το εισόδημα ανεβαίνει, το φορολογικό βάρος γίνεται ιδιαίτερα βαρύ.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική αντίφαση.
Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Βουλγαρία, όπου από τα 100.000 ευρώ μικτά μένουν καθαρά περίπου 86.930 ευρώ. Ακολουθούν η Εσθονία, η Τσεχία, η Μάλτα, η Ελβετία και η Κύπρος, χώρες όπου ο εργαζόμενος κρατά πάνω από 70.000 ευρώ καθαρά.
Στον αντίποδα, το Βέλγιο βρίσκεται τελευταίο με 50.750 ευρώ, ενώ χαμηλά βρίσκονται επίσης η Δανία, η Σουηδία, η Αυστρία, η Σλοβενία και αμέσως μετά η Ελλάδα.
Η χώρα μας, δηλαδή, βρίσκεται στην ίδια ζώνη με κράτη που έχουν πολύ διαφορετικές μισθολογικές και κοινωνικές πραγματικότητες.
Και αυτό είναι που πρέπει να προβληματίσει.
Γιατί στην Ελλάδα ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής φτάνει στο 44% για το τμήμα του εισοδήματος πάνω από τις 60.000 ευρώ. Ένας συντελεστής που μπορεί στα χαρτιά να αφορά τα υψηλά εισοδήματα, στην πράξη όμως δείχνει και το γενικότερο φορολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται ο Έλληνας εργαζόμενος και επαγγελματίας.
Η μεγάλη εικόνα είναι καθαρή.
Στην Ανατολική Ευρώπη, οι εργαζόμενοι κρατούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους, καθώς αρκετές χώρες έχουν πιο απλά φορολογικά συστήματα, χαμηλότερους συντελεστές ή πλαφόν στις εισφορές.
Στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη, οι φόροι είναι υψηλότεροι, αλλά πολλές φορές συνοδεύονται από καλύτερες παροχές, ισχυρότερες υπηρεσίες και υψηλότερους μέσους μισθούς.
Η Ελλάδα, όμως, μοιάζει να βρίσκεται στη δύσκολη μέση.
Ούτε έχει τους μισθούς της Δύσης.
Ούτε έχει τη φορολογική ελαφρότητα της Ανατολής.
Ούτε δίνει πάντα στον πολίτη την αίσθηση ότι αυτά που πληρώνει επιστρέφουν σε πραγματικές υπηρεσίες.
Και κάπως έτσι, πίσω από τις κυβερνητικές δηλώσεις για αυξήσεις και ανάπτυξη, υπάρχει μια καθημερινή πραγματικότητα που πιέζει.
Ο εργαζόμενος βλέπει τις τιμές να ανεβαίνουν.
Βλέπει το κόστος ζωής να τρέχει.
Βλέπει τους φόρους να παραμένουν βαρείς.
Και στο τέλος, το ερώτημα είναι απλό:
Πόσα μένουν πραγματικά στην τσέπη;
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η απάντηση δεν αφήνει πολλά περιθώρια πανηγυρισμών.
Γιατί όταν μια χώρα βρίσκεται έκτη από το τέλος στην Ευρώπη, δεν μπορεί να μιλά μόνο για αυξήσεις.
Πρέπει να μιλήσει και για το τι μένει τελικά στον εργαζόμενο.
Και εκεί, η Ελλάδα έχει ακόμη πολύ δρόμο.

