Μπαρακούντα: Να ξεχωρίζεις στον Βόλο δεν είναι εύκολο – Ο Μάριος Τσουκαλάς άφησε τη Γερμανία, ρίσκαρε και πέτυχε

Λες Βόλος και πλέον, για πολύ κόσμο, το μυαλό πηγαίνει και στο Μπαρακούντα.

Και αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν γνωρίζει κανείς καλά τη συγκεκριμένη πόλη.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Ο Βόλος είναι η πόλη των τσιπουράδικων. Είναι κομμάτι της ταυτότητας, της καθημερινότητας και της κουλτούρας του. Τα τσιπουράδικα που συναντάς εκεί δύσκολα τα βρίσκεις με την ίδια πυκνότητα και φιλοσοφία σε άλλη ελληνική πόλη.

Άρα, μιλάμε για μια αγορά όπου ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος.

Και μέσα σε έναν τέτοιο ανταγωνισμό δεν αρκεί να είσαι απλώς καλός. Για να ξεχωρίσεις, πρέπει να είσαι πραγματικά πολύ καλός. Να δώσεις στον κόσμο λόγο να σε επιλέξει ανάμεσα σε δεκάδες άλλες επιλογές.

Αυτό ακριβώς κατάφερε το Μπαρακούντα.

Μέσα σε λίγα χρόνια ξεπέρασε τα στενά όρια μιας ακόμη επιλογής για φαγητό και τσίπουρο και μετατράπηκε σε μία από τις στάσεις που αρκετοί επισκέπτες της πόλης βάζουν από πριν στη λίστα τους.

Όπως κάνουμε όταν πρόκειται να ταξιδέψουμε στο εξωτερικό. Πριν φτάσουμε στον προορισμό, έχουμε ήδη ψάξει τι θα δούμε, πού θα περπατήσουμε και, φυσικά, πού θα φάμε και θα πιούμε.

Κάπως έτσι έχει καταφέρει να λειτουργεί και το Μπαρακούντα για τον Βόλο.

Και σε αυτή τη διαδρομή, τεράστια δύναμη αποδείχθηκε το Google. Οι αξιολογήσεις, οι φωτογραφίες και κυρίως η καλή φήμη που δημιουργήθηκε από στόμα σε στόμα και από οθόνη σε οθόνη έκαναν το όνομα του μαγαζιού να ταξιδέψει πολύ πέρα από την τοπική αγορά.

Πίσω από όλο αυτό βρίσκεται ο Μάριος Τσουκαλάς.

Ένας Έλληνας ομογενής, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γερμανία, που κάποια στιγμή πήρε μια απόφαση η οποία μόνο εύκολη δεν ήταν.

Είχε εκεί τη ζωή του, τη δουλειά του, μια στρωμένη καθημερινότητα και, πάνω απ’ όλα, τη σιγουριά που δύσκολα εγκαταλείπει κάποιος.

Κι όμως, περίπου το 2017-2018, έριξε τη δική του «βόμβα».

Τα άφησε πίσω και επέστρεψε στην Ελλάδα. Στον Βόλο.

Και κάπου εκεί, το 2018, η επιστροφή του στην πατρίδα έμελλε να αλλάξει όχι μόνο την επαγγελματική αλλά και την προσωπική του ζωή. Γνώρισε τη σύντροφό του, Ματίνα Καρκαλιά, και η γνωριμία αυτή αποτέλεσε έναν ακόμη ισχυρό δεσμό με τον τόπο όπου τελικά επέλεξε να εγκατασταθεί και να δημιουργήσει.

Δεν επέστρεψε έχοντας κάτι έτοιμο να τον περιμένει. Επέστρεψε για να προσπαθήσει, να ρισκάρει και ουσιαστικά να χτίσει από την αρχή τη νέα του ζωή.

Και το κατάφερε.

Με πείσμα, υπομονή, διαφορετικότητα, νέες ιδέες και μια φιλοσοφία που έφερε μαζί του από τα χρόνια της Γερμανίας, δημιούργησε ένα μαγαζί που σήμερα παίζει πολύ δυνατά σε μία από τις πιο απαιτητικές αγορές εστίασης της χώρας.

Και αυτό έχει τη δική του βαρύτητα.

Γιατί άλλο είναι να δημιουργείς ένα καλό τσιπουράδικο σε μια αγορά με ελάχιστο ανταγωνισμό και άλλο να καταφέρνεις να ξεχωρίζεις στον Βόλο, εκεί όπου το τσίπουρο και ο μεζές αποτελούν ολόκληρη κουλτούρα.

Η ιστορία του, μάλιστα, δεν έμεινε μόνο στον ίδιο.

Έγινε παράδειγμα και για φίλους του που βρίσκονταν στο εξωτερικό. Άνθρωποι που είδαν την πορεία του και σκέφτηκαν: «Αφού γύρισε ο Μάριος και τα κατάφερε, γιατί να μη δοκιμάσουμε κι εμείς;»

Και αυτό ίσως έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία από μια πετυχημένη επιχειρηματική ιστορία. Να καταφέρνεις με τη δική σου επιλογή να δίνεις σε άλλους την πίστη ότι μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα και να δημιουργήσουν κάτι από την αρχή.

Το άλλο πρόσωπο της επιτυχίας φαίνεται στις κριτικές

Μας έκανε όμως εντύπωση και κάτι ακόμη.

Ο Μάριος δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται μόνο για τα πέντε αστέρια. Διαβάζει και τα παράπονα. Και απαντά.

Σε θετικές αξιολογήσεις βλέπουμε πελάτες να αναφέρονται στην εξυπηρέτηση, στους μεζέδες, στις ποσότητες και στις τιμές. Το κατάστημα ευχαριστεί και ανταποδίδει τα καλά λόγια.

Το πραγματικό ενδιαφέρον, όμως, αρχίζει όταν εμφανίζεται μια αρνητική εμπειρία.

Σε κριτική τριών αστέρων, πελάτισσα αναφέρεται στην τιμή του χταποδιού, στη φάβα και στο σαγανάκι γαρίδας.

Η επιχείρηση μπαίνει στη διαδικασία να απαντήσει αναλυτικά. Εξηγεί ότι το φρέσκο χταπόδι αγοράζεται, σύμφωνα με την ίδια, προς 18 ευρώ το κιλό και γι’ αυτό κοστολογείται ανάλογα. Για τη φάβα αναφέρει ότι παρασκευάζεται πολύ συχνά ώστε να είναι φρέσκια, ενώ για το σαγανάκι σημειώνει πως, εάν το παράπονο είχε εκφραστεί εκείνη τη στιγμή, θα μπορούσε να διορθωθεί.

Και ουσιαστικά περνάει ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα:

Αν κάτι δεν σας αρέσει, πείτε το εκείνη τη στιγμή. Δώστε στο μαγαζί την ευκαιρία να το διορθώσει.

Ακόμη και σε άλλη χαμηλότερη βαθμολογία, όπου το παράπονο αφορά τη ζέστη μέσα στον χώρο, η απάντηση δεν είναι αδιάφορη. Αναγνωρίζει το ζήτημα και εξηγεί τι θα μπορούσε να είχε γίνει εφόσον το προσωπικό είχε ενημερωθεί.

Κανένα μαγαζί δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους πάντες και καμία επιχείρηση δεν μπορεί να απαιτήσει μόνο πέντε αστέρια.

Η διαφορά βρίσκεται αλλού. Στο τι κάνεις όταν έρθουν τα τρία.

Και στην περίπτωση του Μπαρακούντα βλέπουμε έναν επιχειρηματία που δεν κρύβεται πίσω από την οθόνη. Διαβάζει, απαντά, εξηγεί τη θέση του και, όπου υπάρχει περιθώριο, δείχνει διάθεση να διορθώσει μια αστοχία.

Ίσως τελικά εκεί βρίσκεται και μία από τις απαντήσεις στο γιατί το Μπαρακούντα κατάφερε να χτίσει τέτοια φήμη σε μια πόλη που ξέρει πολύ καλά από τσίπουρο, μεζέ και εστίαση.

Γιατί πίσω από το όνομα, τα τραπέζια και τις αξιολογήσεις βρίσκεται ένας άνθρωπος που κάποτε άφησε τη σιγουριά της Γερμανίας για να δοκιμάσει την τύχη του στην Ελλάδα.

Ρίσκαρε. Επέστρεψε. Δούλεψε. Ξεχώρισε.

Και το έκανε σε μια πόλη όπου ο πήχης βρίσκεται ήδη πολύ ψηλά.

Γι’ αυτό και σήμερα το Μπαρακούντα δεν είναι απλώς ακόμη ένα τσιπουράδικο του Βόλου. Είναι ένα από τα ονόματα που ακούγονται δυνατά όταν η κουβέντα φτάνει στην πόλη.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ