Σουίτες πεντάστερων ξενοδοχείων, χιλιάρικα στα μπουζούκια, λουλούδια, γυναίκες και κουβέντες για ποδοσφαιρικά στοιχήματα. Αυτή είναι η ζωή που αποτυπώνεται στους διαλόγους της δικογραφίας για τον Κωνσταντίνο Φιρινίδη, βασικό κατηγορούμενο στην υπόθεση της ΜΚΟ «Παιδική Χαρά».
Και εδώ είναι που αρχίζει το πραγματικό εξοργιστικό της ιστορίας. Γιατί μιλάμε για μια οργάνωση που, σύμφωνα με τις κατηγορίες, χρησιμοποιούσε τον πόνο άρρωστων παιδιών για να συγκεντρώνει χρήματα από ανθρώπους που πίστευαν ότι βοηθούν οικογένειες σε ανάγκη.
Την ίδια ώρα, στους διαλόγους ακούγονται άλλα πράγματα. Πολύ διαφορετικά.
«Συνήθως παίρνω τη σουίτα», λέει ο Φιρινίδης σε υπάλληλο πολυτελούς ξενοδοχείου. Η τιμή; Κοντά στα 500 ευρώ. Και η ερώτηση που ακολουθεί; Αν μπορεί να πληρώσει μετρητά!
Στα μπουζούκια, ακόμη πιο αποκαλυπτική η κουβέντα με μετρ. Ένα χιλιάρικο κατανάλωση, άλλα 500 ευρώ στον μετρ, λουλούδια και η ερώτηση: «Θες γυναίκες ή όχι;». Η απάντηση; «Θέλω».
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στη δικογραφία περιλαμβάνεται και συνομιλία με εν ενεργεία αστυνομικό για ποδοσφαιρικά στοιχήματα, με τον κατηγορούμενο να δίνει οδηγίες: «Βάλε, βάλε, χώσε, χώσε».
Αυτό, βέβαια, δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι υπήρξαν στημένοι αγώνες.
Το ερώτημα, όμως, είναι ένα και καίει: Από πού έβγαιναν τα λεφτά για όλη αυτή τη μεγάλη ζωή;
Γιατί άλλο πράγμα να ζεις μέσα στη χλιδή με δικά σου, νόμιμα χρήματα και άλλο να κατηγορείσαι ότι έστησες ολόκληρο μηχανισμό εξαπάτησης πάνω στην αγωνία γονιών με άρρωστα παιδιά.
Η Δικαιοσύνη θα κρίνει την ενοχή ή την αθωότητα των κατηγορουμένων.
Μέχρι τότε, οι διάλογοι που βλέπουν το φως της δημοσιότητας προκαλούν σοβαρά ερωτήματα.
Γιατί ο κόσμος έβαζε το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσει παιδιά. Όχι για να χρηματοδοτήσει σουίτες, σαμπάνιες και λουλούδια στην πίστα. Αν αποδειχθεί ότι αυτό συνέβαινε, δεν μιλάμε απλώς για απάτη. Μιλάμε για εμπόριο ανθρώπινου πόνου.

