Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Ο Αντώνης Ρέμος θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτή τη συναυλία στον Πειραιά. Με πολύ μικρότερο κόστος, χωρίς τις μεγάλες μετακινήσεις και την πίεση μιας παραγωγής που άγγιξε τα δύο εκατομμύρια ευρώ. Με βέβαιο, επίσης, ότι θα μάζευε τεράστιο κόσμο.
Θα ήταν πιο εύκολο. Πιο οικονομικό. Και σίγουρα επιτυχημένο.
Δεν το έκανε.
Επέλεξε τη Θεσσαλονίκη. Τη γενέτειρά του. Την πόλη όπου ξεκίνησε, δέθηκε, αγάπησε και δεν ξέχασε ποτέ.
Γιατί ο Ρέμος, όταν ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη, δεν πηγαίνει σαν επισκέπτης. Περνά από παντού, βλέπει ανθρώπους, θυμάται πρόσωπα, δεν ξεχνά κανέναν. Η σχέση του με την πόλη δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Είναι πραγματική.
Η συναυλία δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό μουσικό βράδυ. Ήταν ένα γεγονός που έφερε κίνηση και ζωή στη Θεσσαλονίκη.
Κόσμος από όλη την Ελλάδα, αλλά και από γειτονικές χώρες, ανέβηκε στην πόλη για τη συναυλία. Από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Βόρεια Μακεδονία, την Τουρκία και τη Σερβία. Γέμισαν ξενοδοχεία και καταλύματα, δούλεψαν εστιατόρια, καφέ, μπαρ, ταξί και η αγορά της πόλης.
Αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι έσοδο για μια πόλη και μεγάλη διαφήμιση, αμέσως μετά τη ΔΕΘ.
Κι όμως, αντί κάποιοι να πουν ένα απλό «ευχαριστώ», προτίμησαν να σταθούν στο άγαλμα, στον δήμαρχο και στις ευχαριστίες που ακούστηκαν από τη σκηνή.
Η Θεσσαλονίκη είχε μπροστά της ένα γεγονός που την έβαλε ξανά στον χάρτη, στην Ελλάδα και εκτός συνόρων. Κι αντί να το αγκαλιάσει, ένα κομμάτι της επέλεξε τη γκρίνια.
Αυτό δεν είναι κριτική. Είναι αχαριστία.
TSIPQS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

