Ο καλός τουρίστας δεν είναι απλώς εκείνος που γεμίζει ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Είναι εκείνος που βγαίνει, ξοδεύει, τρώει στα εστιατόρια, ψωνίζει από τα τοπικά καταστήματα και αφήνει χρήμα στην πραγματική οικονομία.
Και οι Ρώσοι, για πολλά χρόνια, ανήκαν σε αυτή την κατηγορία.
Το γνώριζαν πολύ καλά οι ξενοδόχοι της Χαλκιδικής, οι επιχειρηματίες της Κρήτης και όσοι δραστηριοποιούνται σε δημοφιλείς ελληνικούς προορισμούς.
Δεν ήταν μια αδιάφορη αγορά. Ήταν ένα κομμάτι του ελληνικού τουρισμού με σημαντική οικονομική συνεισφορά.
Το 2019, περίπου 583.000 Ρώσοι επισκέφθηκαν την Ελλάδα, με τις συνολικές ταξιδιωτικές εισπράξεις να φτάνουν τα 433 εκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Και μετά, σχεδόν όλα άλλαξαν.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κυρώσεις, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και η απουσία απευθείας αεροπορικών συνδέσεων έβγαλαν ουσιαστικά τη ρωσική αγορά από τον ελληνικό τουριστικό χάρτη.
Μια αγορά που χτίστηκε επί δεκαετίες χάθηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Και το σημαντικότερο; Δεν αντικαθίσταται τόσο εύκολα όσο κάποιοι ενδεχομένως πιστεύουν.
Γιατί στον τουρισμό δεν μετράει μόνο πόσοι έρχονται. Μετράει και πόσα αφήνουν.
Μπορεί η Ελλάδα να καταγράφει υψηλές επιδόσεις στις αφίξεις και να προσελκύει επισκέπτες από νέες αγορές. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε χαμένη αγορά έχει αναπληρωθεί με τους ίδιους οικονομικούς όρους.
Ένας προορισμός μπορεί να γεμίζει και ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις του να πιέζονται από το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τις προμήθειες, τις τιμές της ενέργειας και τα περιορισμένα περιθώρια κέρδους.
Γι’ αυτό και η απώλεια ενός πελάτη με υψηλή αγοραστική δυνατότητα έχει διαφορετική βαρύτητα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το ετήσιο οικονομικό κενό από τη δραματική υποχώρηση της ρωσικής αγοράς υπολογίζεται σε 350 έως 400 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς το ποσό αυτό να αποτελεί επίσημα επιβεβαιωμένη καθαρή απώλεια.
Και αυτά τα χρήματα δεν αφορούν μόνο τα μεγάλα ξενοδοχεία.
Αφορούν τον ιδιοκτήτη μιας ταβέρνας. Τον επαγγελματία που νοικιάζει αυτοκίνητα. Τον καταστηματάρχη που περιμένει τη θερινή περίοδο για να κάνει τον μεγαλύτερο τζίρο της χρονιάς.
Αφορούν ολόκληρη την αλυσίδα του τουρισμού.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί και αυστηροποιεί περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου των Ρώσων πολιτών, επικαλούμενη ζητήματα ασφαλείας.
Ο πόλεμος και οι ευρωπαϊκές ανησυχίες δεν μπορούν να αγνοηθούν. Όμως, για μια χώρα που στηρίζει τόσο μεγάλο μέρος της οικονομίας της στον τουρισμό, το οικονομικό αποτύπωμα αυτών των αποφάσεων αξίζει εξίσου σοβαρή συζήτηση.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ζήτημα για την Ελλάδα.
Δεν αρκεί να πανηγυρίζουμε κάθε χρόνο για τα ρεκόρ αφίξεων. Πρέπει να κοιτάζουμε ποιοι τουρίστες έρχονται, πόσο ξοδεύουν και τι πραγματικά μένει στις επιχειρήσεις.
Ο ελληνικός τουρισμός έχει ανάγκη από περισσότερες αγορές, μεγαλύτερη διασπορά επισκεπτών και υψηλότερα έσοδα ανά ταξιδιώτη.
Όχι από εξάρτηση από δύο ή τρεις χώρες.
Η ρωσική αγορά, παρά τις σημερινές δυσκολίες, παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορούν να ανατραπούν οι ισορροπίες.
Και το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να αγνοήσει τις διεθνείς εξελίξεις για να γεμίσουν τα ξενοδοχεία της.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την αναπλήρωση των εσόδων που χάθηκαν και για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προορισμών.
Γιατί στο τέλος, η επιτυχία του τουρισμού δεν μετριέται μόνο στις γεμάτες ξαπλώστρες, στα αεροδρόμια και στις φωτογραφίες από τις κοσμοπολίτικες παραλίες.
Μετριέται στο ταμείο. Και εκεί, κάθε εκατομμύριο που χάνεται έχει τη δική του σημασία.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

