Η Ελλάδα βράζει, αλλά η οργή της μένει κλεισμένη στο σπίτι

Το νοίκι ανεβαίνει. Το σούπερ μάρκετ κοστίζει όλο και περισσότερο. Η βενζίνη έγινε λογαριασμός που τον σκέφτεσαι πριν καν βάλεις μπρος. Και στο μεταξύ, κάθε μέρα ανοίγει κι ένα νέο μέτωπο: Τέμπη, σκάνδαλα, κλοπές, ανασφάλεια, μια κοινωνία που αισθάνεται πως πληρώνει ακριβά και παίρνει όλο και λιγότερα.

Κανονικά, κάπου εδώ θα έπρεπε να ακουστεί ένα δυνατό «ως εδώ». Να βγει ο κόσμος στον δρόμο και να πει πως δεν αντέχει άλλο. Κι όμως, αυτό που βλέπουμε είναι μια παράξενη σιωπή. Όχι επειδή δεν υπάρχουν λόγοι για θυμό. Λόγοι υπάρχουν περισσότεροι από όσους μπορεί να σηκώσει μια κοινωνία.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Και το ερώτημα γίνεται όλο και πιο σκληρό: τι περιμένουν οι Έλληνες για να αντιδράσουν;

Η απάντηση δεν είναι ότι δεν τους νοιάζει. Τους νοιάζει. Οι πολίτες διαμαρτύρονται, οι έρευνες καταγράφουν έντονη δυσαρέσκεια και αίτημα για αλλαγή, ενώ χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους στη Θεσσαλονίκη στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την ακρίβεια στο επίκεντρο. Όμως η οργή δεν έχει μετατραπεί σε μια διαρκή, ενιαία πίεση που να υποχρεώνει την εξουσία να ακούσει.

Κάθε φορά που η αγανάκτηση φουντώνει, έρχεται η επόμενη μέρα και την προσγειώνει απότομα. Έχεις να πληρώσεις το νοίκι. Να γεμίσεις το ψυγείο. Να βάλεις βενζίνη για να πας στη δουλειά. Να τα βγάλεις πέρα μέχρι το τέλος του μήνα. Η επιβίωση καταπίνει τον χρόνο, την ενέργεια και την οργή. Ο πολίτης δεν έχει την πολυτέλεια να θυμώνει όλη μέρα· πρέπει να συνεχίσει να πληρώνει.

Αλλά υπάρχει κι ένας δεύτερος λόγος, πιο πολιτικός και πιο επικίνδυνος: πολλοί δεν πιστεύουν πια ότι η αντίδρασή τους θα αλλάξει κάτι. Βλέπουν τα ίδια προβλήματα να επιστρέφουν, τις ίδιες υποσχέσεις να ανακυκλώνονται, τα ίδια πρόσωπα να ζητούν ξανά εμπιστοσύνη. Και κοιτούν γύρω τους για μια αξιόπιστη εναλλακτική, χωρίς να βρίσκουν εύκολα κάποιον να τους πείσει ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Δημοσκόπηση του Σεπτεμβρίου κατέγραψε ακριβώς αυτό το κενό: ισχυρό αίτημα για αλλαγή, αλλά δυσκολία να βρεθεί πειστική πολιτική διέξοδος.

Έτσι, η συλλογική οργή καταλήγει σε ατομική άμυνα. Ο καθένας προσπαθεί μόνος του να περιορίσει τη ζημιά: κόβει έξοδα, αναβάλλει υποχρεώσεις, συμβιβάζεται με λιγότερα. Κι όσο ο καθένας παλεύει μόνος, τόσο πιο εύκολο γίνεται για το σύστημα να αντιμετωπίζει την αγανάκτηση ως θόρυβο που θα περάσει.

Αυτό δεν είναι ηρεμία. Είναι κοινωνική κόπωση. Είναι η σιωπή ανθρώπων που έχουν θυμώσει τόσο πολλές φορές, ώστε δυσκολεύονται πια να πιστέψουν πως ο θυμός τους μπορεί να έχει αποτέλεσμα. Και αυτή η δυσπιστία δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Χτίστηκε με κάθε υπόθεση που έμεινε μετέωρη, με κάθε υπόσχεση που δεν έγινε πράξη, με κάθε αίσθηση ότι για τον απλό πολίτη υπάρχουν κανόνες, ενώ για τους ισχυρούς υπάρχουν εξαιρέσεις.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε η συσσωρευμένη πίεση θα ξεπεράσει το όριο. Όμως η κοινωνία δεν χρειάζεται να περιμένει μια έκρηξη για να παραδεχτεί ότι κάτι δεν πάει καλά. Όταν οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι ακούγονται, δεν σημαίνει πως δεν έχουν φωνή. Σημαίνει πως έχουν αρχίσει να πιστεύουν ότι δεν έχει νόημα να τη χρησιμοποιήσουν.

Και αυτό είναι που θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο: όχι ότι οι Έλληνες δεν θυμώνουν. Αλλά ότι θυμώνουν, κοιτούν γύρω τους και δεν βλέπουν ποιος μπορεί να μετατρέψει τον θυμό τους σε αλλαγή.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ