Η μεγάλη αντίφαση της νύχτας: Η πίτα μικραίνει, τα μαγαζιά πληθαίνουν – Γιατί από αυτό το «μικρόβιο» δεν ξεφεύγεις ποτέ

Αν κοιτάξεις σήμερα τη νυχτερινή αγορά μόνο μέσα από τους αριθμούς, κάτι δεν κολλάει.

Η πίτα μικραίνει. Τα μαγαζιά, όμως, αυξάνονται.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Ο κόσμος δεν σταμάτησε να θέλει να διασκεδάζει. Δεν ξύπνησε ένα πρωί και βαρέθηκε τα μπουζούκια, τα clubs, τα εστιατόρια και το ποτό.

Απλώς δεν μπορεί να τα υποστηρίξει όπως παλιά.

Το χρήμα που κάποτε περίσσευε για ένα τραπέζι, ένα μπουκάλι ή μία δεύτερη έξοδο μέσα στην εβδομάδα, σήμερα έχει ήδη φύγει πριν φτάσει το Σαββατοκύριακο.

Ενοίκιο. Ρεύμα. Βενζίνη. Σούπερ μάρκετ. Φαρμακείο. Υποχρεώσεις.

Και στο τέλος, αν μείνει κάτι, έρχεται η διασκέδαση.

Αυτή είναι η πραγματικότητα της αγοράς και όποιος κυκλοφορεί πραγματικά μέσα στη νύχτα την ξέρει πολύ καλά.

Τα μαγαζιά πλέον δεν έχουν την πολυτέλεια πολλών κακών βραδιών. Οι «σίγουρες» ημέρες έχουν περιοριστεί. Η Παρασκευή δεν είναι πάντα Παρασκευή και ακόμη και το Σάββατο θέλει μάχη.

Κάθε χρόνο το παιχνίδι γίνεται δυσκολότερο.

Κι όμως…

Την ίδια στιγμή ανοίγουν κι άλλα μαγαζιά.

Πέφτουν λεφτά σε ανακαινίσεις. Στήνονται καινούργια concepts. Κλείνονται καλλιτέχνες. Αλλάζουν επιχειρηματικά σχήματα. Γίνονται μεταγραφές. Άνθρωποι που ήδη έχουν ένα μαγαζί συζητούν για δεύτερο και άλλοι που κάποτε κάηκαν οικονομικά από τη νύχτα επιστρέφουν ξανά σε αυτή.

Εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο.

Και κάποιος που βλέπει την αγορά απ’ έξω δικαιολογημένα θα ρωτήσει:

Μα καλά, δεν βλέπουν τι συμβαίνει;

Μια χαρά το βλέπουν.

Και πιθανότατα καλύτερα από εμάς.

Ξέρουν πόσο κοστίζει να σηκώσεις ρολά. Ξέρουν τι σημαίνει μισθοδοσία, καλλιτέχνες, προμηθευτές, ρεύματα, ενοίκια, λουλούδια, προσωπικό, διαφήμιση. Ξέρουν πόσο εύκολα μία γεμάτη βραδιά μπορεί να σε ξεγελάσει και πόσο γρήγορα τρεις άδειες μπορούν να σου χαλάσουν ολόκληρο τον μήνα.

Δεν επενδύουν επειδή δεν βλέπουν τον κίνδυνο. Επενδύουν παρότι τον βλέπουν.

Και εδώ οι αριθμοί σταματούν να δίνουν όλες τις απαντήσεις.

Γιατί υπάρχει και κάτι άλλο.

Το μικρόβιο.

Όποιος έχει περάσει πραγματικά χρόνια μέσα στη νύχτα ξέρει ακριβώς τι σημαίνει αυτή η λέξη.

Δεν είναι απλώς μία δουλειά.

Είναι να κοιμάσαι όταν οι άλλοι ξυπνούν. Να μετράς τη χρονιά σε σεζόν και πρεμιέρες. Να περιμένεις το πρώτο Σάββατο για να καταλάβεις αν «τραβάει» το μαγαζί. Να ζεις με το τηλέφωνο στο χέρι, με κρατήσεις, ακυρώσεις, καλλιτέχνες, παρέες, λουλούδια, ταμεία.

Και όταν ένας άνθρωπος έχει περάσει 30 και 40 χρόνια έτσι, τι ακριβώς περιμένουμε να κάνει στα 60 ή στα 65 του;

Να πει ένα πρωί «μέχρι εδώ»;

Να κλείσει το μαγαζί και να ανοίξει παντοπωλείο;

Να αφήσει τη νύχτα και να πουλάει καφέδες;

Να πετάξει στα σκουπίδια μία ολόκληρη ζωή και να ξεκινήσει από την αρχή;

Δεν λειτουργεί έτσι.

Γι’ αυτό βλέπεις ανθρώπους που έχασαν χρήματα να ξαναμπαίνουν.

Ανθρώπους που είπαν «δεν ξανασχολούμαι» να ψάχνουν λίγους μήνες αργότερα το επόμενο μαγαζί.

Ανθρώπους που θα μπορούσαν οικονομικά να καθίσουν σπίτι τους να εξακολουθούν να κυνηγούν το επόμενο δυνατό Σάββατο.

Γιατί η νύχτα έχει μία περίεργη σχέση με τους ανθρώπους της: πολλές φορές τους πληγώνει, αλλά δύσκολα τους αφήνει να φύγουν.

Και κάπου εδώ βρίσκεται ολόκληρη η αντίφαση της εποχής.

Λιγότερος κόσμος. Περισσότερα μαγαζιά.
Μικρότερη πίτα. Περισσότεροι παίκτες.
Μεγαλύτερο κόστος. Νέες επενδύσεις.

Οικονομικά, πολλές φορές δεν βγαίνει.

Επιχειρηματικά, το ρίσκο μεγαλώνει.

Και όμως, τα φώτα ανάβουν ξανά.

Γιατί στη νύχτα δεν αποφασίζει πάντοτε μόνο το Excel.

Αποφασίζουν η συνήθεια, η αδρεναλίνη, το εγώ, η ανάγκη να είσαι μέσα στο παιχνίδι και, πάνω απ’ όλα, εκείνο το καταραμένο μικρόβιο που όσοι το κόλλησαν πραγματικά γνωρίζουν ότι δύσκολα φεύγει.

Κάποιοι θα προσπαθήσουν να το κόψουν.

Κάποιοι θα πουν ότι κουράστηκαν.

Κάποιοι θα ορκιστούν ότι αυτή ήταν η τελευταία τους σεζόν.

Και πολλοί, στο τέλος, θα γεράσουν μαζί του.

Γιατί μπορεί κάποτε να κλείσει το τελευταίο τους μαγαζί.

Από μέσα τους, όμως, η νύχτα δύσκολα κλείνει.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ