Το αυτοκίνητο έχει ανάψει λαμπάκι.
Και μαζί του έχουν ανάψει τα λαμπάκια μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Με την απλή αμόλυβδη και το ντίζελ να κινούνται κοντά στα 2,20 ευρώ το λίτρο, το γέμισμα του ρεζερβουάρ έχει μετατραπεί σε μικρό οικονομικό σοκ. Ένα 40άρι ντεπόζιτο θέλει σχεδόν 90 ευρώ. Στα μεγαλύτερα αυτοκίνητα, το κατοστάρικο φεύγει πριν καλά καλά μπει η μάνικα στη θέση της.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα ωραία.
Γιατί προφανώς ο εργαζόμενος πρέπει να πηγαίνει στη δουλειά του. Ο επαγγελματίας πρέπει να βρίσκεται στον δρόμο. Η οικογένεια πρέπει να μετακινήσει τα παιδιά της. Ο άνθρωπος που ζει έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα δεν έχει πάντοτε μετρό, λεωφορείο κάθε πέντε λεπτά ή κάποια μαγική εναλλακτική λύση.
Τι να κάνει λοιπόν;
Να σταματήσει να κυκλοφορεί;
Σε λίγο, όπως πάει η κατάσταση, θα γυρίσουμε στα ποδήλατα. Και όχι επειδή ξαφνικά γίναμε Άμστερνταμ.
Επειδή δεν θα βγαίνει η βενζίνη.
Και το χειρότερο είναι ότι τα καύσιμα δεν αποτελούν παρά ακόμη ένα κομμάτι ενός λογαριασμού που έχει αρχίσει να γίνεται δυσβάσταχτος.
Έρχεται ο χειμώνας.
Πετρέλαιο θέρμανσης, φυσικό αέριο, ηλεκτρικό ρεύμα.
Παράλληλα, τα ενοίκια έχουν ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό ώστε σε πολλές περιπτώσεις ένας μισθός να φεύγει σχεδόν ολόκληρος μόνο για να υπάρχει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι.
Και μετά έρχεται το σούπερ μάρκετ.
Εκεί όπου ο καταναλωτής δεν κοιτάζει πλέον τι θέλει να αγοράσει. Κοιτάζει τι μπορεί να αφήσει πίσω.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει συμβεί.
Ο κόσμος δεν προσπαθεί πια να ζήσει καλύτερα.
Προσπαθεί να βγάλει τον μήνα.
Να πληρώσει το σπίτι, να βάλει βενζίνη, να γεμίσει το ψυγείο, να πληρώσει το ρεύμα και, αν περισσέψει κάτι, να επιτρέψει στον εαυτό του και καμιά έξοδο.
Αν περισσέψει.
Γιατί πλέον ακόμη και πράγματα που κάποτε θεωρούνταν απολύτως φυσιολογικά αρχίζουν να αντιμετωπίζονται σαν μικρές πολυτέλειες.
Και μέσα σε όλο αυτό ακούμε συνεχώς για ανάπτυξη, επενδύσεις, αναβαθμίσεις, θετικούς δείκτες και καλύτερες ημέρες.
Ωραία όλα αυτά.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Ο λογαριασμός δεν βγαίνει.
Και όταν ο λογαριασμός δεν βγαίνει, ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πόσο ωραία φαίνεται η οικονομία μέσα σε ένα γράφημα.
Θέλει να ξέρει γιατί δουλεύει και πάλι δεν του φτάνουν.
Γιατί πληρώνει ένα σκασμό λεφτά για ένα σπίτι.
Γιατί ένα γέμισμα στο αυτοκίνητο έγινε κατοστάρικο.
Γιατί μπαίνει στο σούπερ μάρκετ με 50 ευρώ και βγαίνει με λίγες σακούλες.
Γιατί πρέπει να σκέφτεται πόσο θα ανάψει τη θέρμανση μέσα στον χειμώνα.
Αυτά είναι τα πραγματικά οικονομικά.
Όχι οι παρουσιάσεις.
Και εδώ βρίσκεται πλέον το επικίνδυνο σημείο.
Η ελληνική κοινωνία έχει περάσει κρίσεις, μνημόνια, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό και διαδοχικά κύματα ακρίβειας.
Έχει ακούσει πολλές φορές το «κάντε λίγο υπομονή».
Μόνο που η υπομονή δεν είναι ανεξάντλητη.
Όπως δεν είναι ανεξάντλητο και το πορτοφόλι.
Δεν μπορεί η απάντηση σε κάθε αύξηση να είναι ότι ο καταναλωτής πρέπει να προσαρμοστεί.
Πόσο να προσαρμοστεί ακόμη;
Να κόψει τη βενζίνη;
Να κόψει τη θέρμανση;
Να κόψει από το σούπερ μάρκετ;
Να μη νοικιάζει σπίτι;
Να μην πηγαίνει πουθενά;
Να μη ζει;
Γιατί κάπου εκεί έχουμε φτάσει.
Και ας μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.
Ο κόσμος δεν αντέχει άλλο.
Είναι κουρασμένος, στριμωγμένος και θυμωμένος.
Και βρίσκεται στο τσακ.
Στο τσακ οικονομικά, στο τσακ ψυχολογικά, στο τσακ καθημερινά.
Κάποια στιγμή αυτό το πράγμα θα κάνει «μπαμ».
Γιατί δεν γίνεται να πιέζεις συνεχώς μια κοινωνία και να θεωρείς δεδομένο ότι θα συνεχίζει απλώς να πληρώνει.
Το θέμα των καυσίμων είναι απλώς η τελευταία σταγόνα σε ένα ποτήρι που έχει γεμίσει επικίνδυνα.
Και αντί να συζητάμε πώς θα επιστρέψει πραγματικά χρήμα στην τσέπη του πολίτη, φτάσαμε να συζητάμε πόσο ακριβώς θα κοστίζει για να πάει στη δουλειά του και πόσο θα πρέπει να πληρώσει για να ζεστάνει το σπίτι του.
Από το κακό στο χειρότερο.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί ο κόσμος βράζει.
Δεν χρειάζεται μεγάλη οικονομική ανάλυση για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει.
Αρκεί να πάει σε ένα βενζινάδικο.
Να περάσει από ένα σούπερ μάρκετ.
Να ψάξει ένα σπίτι για ενοίκιο.
Και τον χειμώνα να ανοίξει τον λογαριασμό της ενέργειας.
Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός δείκτης της οικονομίας.
Στην τσέπη.
Και αυτή η τσέπη αδειάζει όλο και πιο γρήγορα.
Κατά τα άλλα;
Να χαιρόμαστε τους πολιτικούς μας.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

