Το παπούτσι στον Σχοινιά και το βαρέλι στην Ελευσίνα: Το άλυτο μυστήριο μετά την εκτέλεση Καλαποθαράκου

Ένα παπούτσι δίπλα σε κάλυκες και ένα όνομα που χάθηκε χωρίς ίχνος. Αυτά ήταν αρκετά για να γεννηθεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες της αθηναϊκής νύχτας.

Το βράδυ της 25ης Ιουλίου 2000, ο Θέμης Καλαποθαράκος έπεφτε νεκρός σε οργανωμένη ενέδρα στον Σχοινιά. Χρόνια μετά, το αθλητικό παπούτσι που φέρεται να έμεινε πίσω από έναν από τους δράστες συνέχισε να στοιχειώνει την υπόθεση — μαζί με τον ψίθυρο ότι ο άνθρωπος που μπορούσε να συνδεθεί μαζί του εξαφανίστηκε για πάντα, μέσα σε ένα βαρέλι με τσιμέντο στον βυθό της Ελευσίνας.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Ο Καλαποθαράκος ήταν τότε μόλις 37 ετών, αλλά είχε ήδη χτίσει ένα όνομα που ακουγόταν βαριά στην παραλιακή και στην αθηναϊκή νύχτα. Οι Αρχές τον συνέδεαν με κυκλώματα «προστασίας» νυχτερινών κέντρων, χωρίς ωστόσο να έχουν καταφέρει να στοιχειοθετήσουν εις βάρος του τις κατηγορίες που ακούγονταν κατά καιρούς.

Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ επέστρεφε από το σπίτι του στον Σχοινιά. Οδηγούσε το τζιπ της μητέρας του, σε μια διαδρομή που γνώριζε καλά. Δεν πρόλαβε όμως να απομακρυνθεί πολύ.

Μια οργανωμένη ομάδα ενόπλων τον είχε βάλει στο στόχαστρο. Οι δράστες, σύμφωνα με τα τότε στοιχεία, κινήθηκαν με μοτοσικλέτες, πλησίασαν το όχημα και άνοιξαν πυρ. Οι σφαίρες γάζωσαν το τζιπ, έσκασαν λάστιχα και μετέτρεψαν τον δρόμο σε πεδίο μάχης.

Ο Καλαποθαράκος, τραυματισμένος αλλά όχι παραιτημένος, επιχείρησε να ανταποδώσει. Έβγαλε το όπλο του και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση των εκτελεστών. Ήταν όμως μόνος απέναντι σε μια καλά στημένη ενέδρα.

Λίγο αργότερα σωριάστηκε αιμόφυρτος. Μεταφέρθηκε σε θεραπευτήριο, όπου τελικά υπέκυψε στα τραύματά του. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στην πιάτσα. Ο άνθρωπος που πολλοί θεωρούσαν «άτρωτο», ο λεγόμενος «βασιλιάς της παραλιακής», είχε βγει από το κάδρο με τον πιο γνώριμο τρόπο για εκείνη την εποχή: με σφαίρες.

Στον τόπο της δολοφονίας, ανάμεσα στους κάλυκες και στα θραύσματα από το όχημα, εντοπίστηκε ένα αθλητικό παπούτσι. Ένα εύρημα που έμεινε στη μνήμη της υπόθεσης, καθώς θεωρήθηκε ότι μπορούσε να οδηγήσει σε γενετικό υλικό και ίσως στην ταυτότητα ενός από τους δράστες.

Από εκεί και πέρα άρχισε να γράφεται το πιο σκοτεινό κεφάλαιο.

Στην αθηναϊκή νύχτα κυκλοφόρησαν ονόματα και σενάρια για εκείνους που βρίσκονταν πίσω από τη δολοφονία. Κανένα όμως δεν οδήγησε σε οριστική, αμετάκλητη απάντηση. Ένα πρόσωπο που φερόταν να γνωρίζει πολλά εξαφανίστηκε, ενώ ένας άλλος άνδρας που είχε ακουστεί σε σχετικές αφηγήσεις δολοφονήθηκε χρόνια αργότερα στο Μοσχάτο.

Κάπως έτσι γεννήθηκε και ο θρύλος με το «τσιμέντο της Ελευσίνας».

Οι ανεπιβεβαίωτοι ψίθυροι ήθελαν όσους βρίσκονταν πίσω από το συμβόλαιο να φοβούνται ότι το παπούτσι θα οδηγούσε σε ταυτοποίηση μέσω DNA. Για να εξαφανιστεί κάθε πιθανό ίχνος, φέρεται να άρπαξαν τον ίδιο τον εκτελεστή, να τον έκλεισαν σε βαρέλι με υγρό τσιμέντο και να τον πέταξαν στη θάλασσα της Ελευσίνας.

Πρόκειται για μια αφήγηση που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ επίσημα. Δεν υπήρξε πόρισμα που να την τεκμηριώνει. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε ζωντανή για χρόνια, γιατί ταίριαζε απόλυτα σε μια περίοδο όπου οι λογαριασμοί της νύχτας δεν έκλειναν στα δικαστήρια, αλλά μέσα στη σιωπή.

Η εκτέλεση του Καλαποθαράκου δεν ήταν ένα μεμονωμένο χτύπημα. Ήρθε σε μια εποχή σκληρών συγκρούσεων, παλιών εχθρών, σπασμένων συμμαχιών και διαρκών ανακατατάξεων στον χώρο της «προστασίας». Ο ίδιος είχε γλιτώσει από προηγούμενη ένοπλη επίθεση το 1996, όταν σε νυχτερινό κέντρο του Παλαιού Φαλήρου σκοτώθηκε ο Γιώργος Φραγκογιάννης και εκείνος τραυματίστηκε.

Είχε ζήσει με τον φόβο, με μέτρα ασφαλείας και με τη βεβαιότητα ότι κάποιοι περίμεναν την κατάλληλη στιγμή. Στον Σχοινιά, αυτή η στιγμή ήρθε.

Το παπούτσι έμεινε πίσω. Η υπόθεση έμεινε ανοιχτή στη συλλογική μνήμη. Και ο μύθος με το βαρέλι στο τσιμέντο εξακολουθεί να θυμίζει πως, για κάποιες ιστορίες της αθηναϊκής νύχτας, η αλήθεια χάθηκε πολύ πιο βαθιά από τα νερά της Ελευσίνας.

TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ