Η υπόθεση των υποκλοπών περνά πλέον τα ελληνικά σύνορα και φτάνει στο Στρασβούργο.
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας, βάζοντας ξανά στο επίκεντρο μία υπόθεση που εδώ και χρόνια προκαλεί σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη λειτουργία των θεσμών, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και, κυρίως, την ελευθερία της δημοσιογραφικής έρευνας.
Στον πυρήνα της προσφυγής βρίσκεται η θέση του δημοσιογράφου ότι οι ελληνικές Αρχές δεν διερεύνησαν με ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αποτελεσματικό τρόπο τη διπλή παρακολούθησή του: από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Η ιστορία ξεκινά το καλοκαίρι του 2020, όταν ο Θανάσης Κουκάκης πληροφορήθηκε ότι προσωπικές και επαγγελματικές τηλεφωνικές συνομιλίες του φέρονταν να έχουν καταγραφεί. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς απευθύνθηκε στην ΑΔΑΕ, ζητώντας να διαπιστωθεί εάν το τηλέφωνό του βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, την ίδια ημέρα διακόπηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του από την ΕΥΠ.
Δύο χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε και η δεύτερη πτυχή της υπόθεσης. Έλεγχος του κινητού του από το Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο εντόπισε μόλυνση με Predator για το διάστημα Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2021.
Το κρίσιμο σημείο της προσφυγής
Η νέα δικαστική κίνηση δεν περιορίζεται, όμως, στο ερώτημα ποιος και γιατί παρακολουθούσε τον δημοσιογράφο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τρόπο με τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της προσφυγής, αντιμετωπίστηκε δικαστικά η υπόθεση στην Ελλάδα.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του, Ζαχαρίας Κεσσές και Γιώργος Σταματιάδης, θέτουν ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας αναφορικά με τον χειρισμό της δικογραφίας από τον τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα.
Όπως υποστηρίζεται, ο ίδιος είχε στο παρελθόν, ως εποπτεύων εισαγγελικός λειτουργός της ΕΥΠ, υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του Κουκάκη το 2020. Αργότερα, στις 27 Απριλίου 2026, φέρεται να εξέδωσε πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης που είχε τεθεί στο αρχείο.
Αυτό ακριβώς αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία που πλέον τίθενται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Τέσσερα δικαιώματα στο επίκεντρο
Η προσφυγή επικαλείται παραβιάσεις βασικών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: του άρθρου 6 για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, του άρθρου 8 για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, του άρθρου 10 για την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και του άρθρου 13 για το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.
Η πλευρά Κουκάκη υποστηρίζει ουσιαστικά ότι δεν υπήρξε στην Ελλάδα ένας αποτελεσματικός και πλήρως ανεξάρτητος μηχανισμός που να φτάσει μέχρι τέλους: να εξακριβώσει τον σκοπό της παρακολούθησης, τους πραγματικούς ωφελούμενους από τη χρήση του Predator και ενδεχόμενες συνδέσεις ανάμεσα στην επίσημη επισύνδεση και το παράνομο λογισμικό.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η πραγματική βαρύτητα της εξέλιξης.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για μια εσωτερική δικαστική διαδρομή γύρω από μία από τις πλέον πολυσυζητημένες υποθέσεις των τελευταίων ετών. Το ζήτημα μεταφέρεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα πρόσωπο: τα όρια της κρατικής παρακολούθησης, την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και την υποχρέωση των θεσμών να διερευνούν τέτοιες καταγγελίες χωρίς να αφήνουν σκιές.
Η υπόθεση των υποκλοπών, λοιπόν, κάθε άλλο παρά κλειστή μπορεί να θεωρηθεί.
Τώρα, τον λόγο έχει και το Στρασβούργο.
TSIPAS BLOG – ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

