Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο, μέσα από την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, δεν είναι μια απλή πολιτική κίνηση. Είναι σεισμός στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Γιατί ο Τσίπρας δεν επιστρέφει απλώς για να καταγράψει ποσοστά. Επιστρέφει για να παίξει τον ρόλο του βασικού αντι-Μητσοτάκη. Και αυτό, σε μια περίοδο που μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας ψάχνει σκληρή αντιπολίτευση, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Ακόμη και ψηφοφόροι που δεν τον πιστεύουν απόλυτα, μπορεί να στραφούν προς αυτόν. Όχι επειδή ξέχασαν. Αλλά επειδή ψάχνουν πολιτικό όχημα που να μπορεί να σταθεί απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για όλους τους υπόλοιπους.
Το ΠΑΣΟΚ, που βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης περισσότερο από συγκυρία παρά από πραγματική πολιτική κυριαρχία, κινδυνεύει να πιεστεί ασφυκτικά. Τα πιο αριστερά και πιο αντιδεξιά κομμάτια του μπορεί να κοιτάξουν ξανά προς τον Τσίπρα. Και τότε το μονοψήφιο ποσοστό δεν θα είναι σενάριο φαντασίας.
Την ίδια ώρα, πίεση θα δεχθούν και τα κόμματα της Αριστεράς. Το ΚΚΕ μπορεί να περιοριστεί γύρω στο 5%, η Ζωή Κωνσταντοπούλου να χάσει μεγάλο μέρος της δυναμικής της, ενώ κόμματα όπως του Κασσελάκη, οι Δημοκράτες και η Νέα Αριστερά κινδυνεύουν να μπουν σε κατάσταση πολιτικής απίσχνανσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως είναι σήμερα, δείχνει να μένει χωρίς οξυγόνο. Αν στελέχη και βουλευτές αρχίσουν να μετακινούνται μαζικά προς το νέο κόμμα Τσίπρα, τότε το παλιό κόμμα μπορεί να καταλήξει πολιτικό κέλυφος.
Ο μόνος που ίσως αντέξει περισσότερο είναι ο Γιάνης Βαρουφάκης, επειδή έχει χαράξει εδώ και καιρό δική του ξεχωριστή στρατηγική. Αλλά και εκεί, όλα θα κριθούν στην τελευταία ψήφο.
Με απλά λόγια: η ΕΛ.ΑΣ. του Τσίπρα δεν έρχεται απλώς να μπει στη Βουλή. Έρχεται να αναδιατάξει όλο τον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Και αν η δυναμική αυτή συνδυαστεί με ψήφο διαμαρτυρίας απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε το νέο κόμμα μπορεί να φουσκώσει γρήγορα. Ακόμη και να κινηθεί σε ποσοστά που θυμίζουν τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ, στην περιοχή του 17% με 20%.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν ο Τσίπρας επιστρέφει.
Το ερώτημα είναι πόσους θα πάρει μαζί του — και πόσους θα αφήσει πολιτικά πίσω.

